156 αποτελέσματα για «着»

着る きる N5

ρήμα

  1. 01 φοράω (από τους ώμους και κάτω), βάζω
  2. 02 αναλαμβάνω (το φταίξιμο, την ευθύνη), υφίσταμαι, υπομένω
着く つく N5

ρήμα

  1. 01 φτάνω, προσεγγίζω
  2. 02 κάθομαι (π.χ. στο τραπέζι)
着替える きがえる N2

ρήμα

  1. 01 αλλάζω ρούχα
着替え きがえ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή ρούχων, ρούχα για αλλαγή
着地 ちゃくち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσγείωση
  2. 02 τόπος προσγείωσης, τέρμιναλ, σταθμός
  3. 03 προορισμός (στις μεταφορές)
  4. 04 έκβαση, αποτέλεσμα, τελικό αποτέλεσμα, διευθέτηση, κατάληξη
着物 きもの N4

ουσιαστικό

  1. 01 κιμονό, ιαπωνική παραδοσιακή ενδυμασία (ιδίως το μακρύ, ολόσωμο)
  2. 02 ένδυση, ρούχα
着せる きせる N2

ρήμα

  1. 01 ντύνω
  2. 02 καλύπτω, επιστρώνω, επιχρυσώνω, επενδύω
  3. 03 φορτώνω (π.χ. ένα έγκλημα σε κάποιον), προσάπτω, κατηγορώ, δίνω κακό όνομα, υπενθυμίζω την οφειλή
着用 ちゃくよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φοράω (π.χ. στολή, ζώνη ασφαλείας, κράνος)
ちゃく

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 άφιξη, φτάνω
  2. 02 μονάδα μέτρησης για αντικείμενα ή ρούχα (π.χ. κοστούμια)
  3. 03 νιοστή θέση (σε αγώνα)
  4. 04 μονάδα μέτρησης για κινήσεις (π.χ. σε παιχνίδι)
着実 ちゃくじつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 σταθερός, γερός, στιβαρός, αξιόπιστος, έμπιστος
着信音 ちゃくしんおん

ουσιαστικό

  1. 01 ήχος κλήσης
着信 ちゃくしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άφιξη (αλληλογραφίας, ειδήσεων, κτλ.), λήψη (τηλεφωνικής κλήσης, email, κτλ.)
着込む きこむ

ρήμα

  1. 01 φοράω πολλά ρούχα, ντύνομαι με στρώσεις ρούχων, ντύνομαι ζεστά
  2. 02 ντύνομαι επίσημα, αμφιέζομαι, βάζω πάνω μου (π.χ. ένα φόρεμα)
  3. 03 στρώνω ένα ρούχο με τη χρήση (μέσω επανειλημμένης χρήσης), συνηθίζω ένα ρούχο
着飾る きかざる N1

ρήμα

  1. 01 ντύνομαι καλά, στολίζομαι
着弾 ちゃくだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόσκρουση βλήματος, πτώση βλήματος, χτύπημα
着席 ちゃくせき N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάληψη θέσης, κάθισμα (στη θέση του κάποιου)
着陸 ちゃくりく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσγείωση
着々 ちゃくちゃく N2

επίρρημα

  1. 01 σταθερά, μεθοδικά
着こなす きこなす

ρήμα

  1. 01 ντύνομαι με στυλ, φοράω ρούχα με κομψότητα

ουσιαστικό

  1. 01 ρούχα, ενδυμασία, στολή