119 αποτελέσματα για «破»
破壊 はかい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καταστροφή, διακοπή, αναστάτωση
- 02 συντριβή (εφαρμογής)
破る やぶる N3
ρήμα
- 01 σκίζω, σπάω, καταστρέφω
- 02 διασπώ (φράγμα, άμυνα αντιπάλου κ.λπ.), παραβιάζω
- 03 νικώ, κερδίζω
- 04 σπάω (π.χ. τη σιωπή), διαταράσσω (π.χ. την ειρήνη), καταστρέφω (π.χ. ένα όνειρο), χαλάω
- 05 παραβιάζω (π.χ. έναν κανόνα), αθετώ (π.χ. μια υπόσχεση)
- 06 καταρρίπτω (ένα ρεκόρ)
破れる やぶれる N3
ρήμα
- 01 σκίζομαι, σχίζομαι, σπάω, χαλάω, φθείρομαι
- 02 διακόπτομαι, ναυαγώ (για διαπραγματεύσεις κ.λπ.), καταρρέω, διαλύομαι, ερειπώνομαι
破滅 はめつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καταστροφή, πτώση, κατάρρευση
破片 はへん N2
ουσιαστικό
- 01 θραύσμα, σπασμένο κομμάτι, σκλήθρα, κομμάτι
破裂 はれつ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ρήξη, έκρηξη, διάρρηξη
- 02 κατάρρευση (συνομιλιών, διαπραγματεύσεων κ.λπ.), διακοπή
破棄 はき N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τεμαχισμός και απόρριψη (π.χ. εγγράφων), καταστροφή
- 02 ακύρωση, κατάργηση, ανίεση, κήρυξη ως άκυρου, αθέτηση (π.χ. μιας συνθήκης)
- 03 ανατροπή (μιας πρωτόδικης απόφασης κατόπιν έφεσης), αναίρεση
破綻 はたん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποτυχία, κατάρρευση, κατάλυση, διάλυση, χρεοκοπία
- 02 σχίσιμο (σε ρούχα κ.λπ.), ρήγμα, σκίσιμο
破壊力 はかいりょく
ουσιαστικό
- 01 καταστροφική δύναμη, καταστροφική ενέργεια, καταστροφική ισχύς
破く やぶく N2
ρήμα
- 01 σχίζω, καταστρέφω
破損 はそん N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ζημιά, θραύση
破 は
ουσιαστικό
- 01 μεσαίο τμήμα ενός μουσικού κομματιού (στο γκαγκάκου ή στο νο)
破廉恥 はれんち
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 αναίσχυντος, αδιάντροπος, κατάπτυστος, εξευτελιστικός
破格 はかく
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ασυνήθιστος, εξαιρετικός, πρωτοφανής, ειδικός, ανώμαλος, ακανόνιστος
- 02 σολοικιστικός, μη τυπικός, παράτυπος
破顔 はがん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανοίγω το πρόσωπό μου σε πλατύ χαμόγελο
破砕 はさい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σύνθλιψη (σε κομμάτια), θρυμματισμός, ράγισμα, διάλυση
破裂音 はれつおん
ουσιαστικό
- 01 φωνήεν στιγμιαίο, κλειστό σύμφωνο
破産 はさん N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πτώχευση, αφερεγγυότητα
破局 はきょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καταστροφή, όλεθρος
- 02 κατάρρευση (σχέσης), χωρισμός, ρήξη (φίλων, εραστών κ.λπ.)
破り捨てる やぶりすてる
ρήμα
- 01 σκίζω και πετώ