417 αποτελέσματα για «空»

そら N5

ουσιαστικό

  1. 01 ουρανός, ατμόσφαιρα, στερέωμα
  2. 02 καιρός
  3. 03 απομακρυσμένο μέρος, μακρινή τοποθεσία
  4. 04 διάθεση, αίσθηση
  5. 05 από μνήμης, απέξω
  6. 06 ψεύδος, ψέμα
  7. 07 κάπως, αόριστα
  8. 08 πλαστός, ψεύτικος
空気 くうき N4

ουσιαστικό

  1. 01 αέρας, ατμόσφαιρα
  2. 02 κλίμα, κατάσταση, περίσταση
  3. 03 κάποιος που περνάει απαρατήρητος, κάποιος που δεν ξεχωρίζει καθόλου
空間 くうかん N1

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος, εναέριος χώρος
空中 くうちゅう N2

ουσιαστικό

  1. 01 στον αέρα, μετέωρος, ουρανός
空っぽ からっぽ N2

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 κενός, άδειος, κούφιος
空を飛ぶ そらをとぶ

άλλο, ρήμα

  1. 01 πετάω στον αέρα
空ける うつける

ρήμα

  1. 01 αδειάζω, γίνομαι κενός
  2. 02 χαλαρώνω από μια τεταμένη κατάσταση και περιέρχομαι σε κατάσταση πνευματικού κενού ή αφηρημάδας
空腹 くうふく N1

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 άδειο στομάχι, πείνα
から N3

ουσιαστικό, πρόθημα

  1. 01 κενότητα, το να είναι κανείς άδειος
  2. 02 που δεν κουβαλάω τίποτα, άφορτος, με άδεια χέρια
  3. 03 αθετημένος, ακάλυπτος (π.χ. επιταγή, υπόσχεση), ψεύτικος, προσποιητός (π.χ. χαρά, θάρρος), κούφιος (π.χ. κομπλιμέντα), ανειλικρινής, μη εμφάνιση (κράτησης)
空になる からになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αδειάζω, γίνομαι κενός
空想 くうそう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ονειροπόληση, φαντασία, όραμα
空く すく N4

ρήμα

  1. 01 αραιώνω, αδειάζω
  2. 02 πεινάω
空白 くうはく

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 κενό διάστημα (σε ένα έγγραφο)
  2. 02 κενό, μηδέν, χάσμα, κενός χώρος
  3. 03 λευκός χώρος
空港 くうこう N4

ουσιαστικό

  1. 01 αεροδρόμιο
空洞 くうどう

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλότητα, κενό, σπηλιά, σπήλαιο
  2. 02 κούφιος
空気を読む くうきをよむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 διαισθάνομαι την κατάσταση, αντιλαμβάνομαι την ατμόσφαιρα, διαβάζω τον χώρο
空虚 くうきょ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 κενό, κοιλότητα, απουσία περιεχομένου
  2. 02 ανοησία, ματαιότητα, έλλειψη νοήματος
くう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 άδειος αέρας, ουρανός
  2. 02 σουνιάτα (η έλλειψη αναλλοίωτης εγγενούς φύσης σε οποιοδήποτε φαινόμενο), κενότητα
  3. 03 αεροπορία
  4. 04 ακαρπία, έλλειψη νοήματος
  5. 05 κενό (ένα από τα πέντε στοιχεία)
  6. 06 κενός (π.χ. σύνολο)
空振り からぶり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αστοχία σε χτύπημα, άστοχη κίνηση
  2. 02 αποτυχία επαφής (κατά τη γροθιά)
  3. 03 αποτυχία, άκαρπη προσπάθεια, μάταιη απόπειρα
空を切る くうをきる

άλλο, ρήμα

  1. 01 πετώ μέσα από τον αέρα, ορμώ διαμέσου του αέρα
  2. 02 επιτίθεμαι στο κενό και αστοχώ, χτυπώ τον αέρα