68 αποτελέσματα για «笑»

笑う わらう N4

ρήμα

  1. 01 γελάω
  2. 02 χαμογελάω
  3. 03 ειρωνεύομαι, χλευάζω, κοροϊδεύω
  4. 04 μένω άφωνος, μένω άναυδος, μένω εμβρόντητος
笑顔 えがお N3

ουσιαστικό

  1. 01 χαμογελαστό πρόσωπο, χαμόγελο
笑み えみ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμόγελο
笑い わらい N3

ουσιαστικό

  1. 01 γελάω, γέλιο
  2. 02 χαμόγελο
  3. 03 χλευασμός, ειρωνικό χαμόγελο
  4. 04 σεξουαλικά βοηθήματα (π.χ. δονητές, πορνογραφικά βιβλία, ερωτικές ξυλογραφίες κ.λπ.)
笑い声 わらいごえ

ουσιαστικό

  1. 01 γέλιο, φωνή που γελάει
笑いかける わらいかける

ρήμα

  1. 01 χαμογελώ (σε), χαμογελώ πλατιά (σε)
笑い出す わらいだす

ρήμα

  1. 01 ξεσπώ σε γέλια
わら

άλλο

  1. 01 χαχα, χιχι
笑い飛ばす わらいとばす

ρήμα

  1. 01 υποβαθμίζω κάτι με γέλια (φήμες, ανησυχίες κ.λπ.), απορρίπτω κάτι γελώντας
笑む えむ

ρήμα

  1. 01 χαμογελώ
笑い話 わらいばなし

ουσιαστικό

  1. 01 αστεία ιστορία, αστείο ανέκδοτο
笑い事 わらいごと

ουσιαστικό

  1. 01 αστείο, κάτι που προσφέρεται για γέλια
笑い転げる わらいころげる

ρήμα

  1. 01 κυλιέμαι στα πατώματα από τα γέλια, σπαρταράω από το γέλιο, ξεκαρδίζομαι στα γέλια
笑いもの わらいもの

ουσιαστικό

  1. 01 περίγελος, αντικείμενο εμπαιγμού
笑止 しょうし

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 γελοίος, κωμικός, αξιολύπητος, καταγέλαστος, παράλογος, ασυναρτησίες
笑い顔 わらいがお

ουσιαστικό

  1. 01 χαμογελαστό πρόσωπο
笑みをたたえる えみをたたえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι όλο χαμόγελα
笑声 しょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 γέλιο, γέλια
笑窪 えくぼ

ουσιαστικό

  1. 01 λακκάκι
笑いが起こる わらいがおこる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεσπά γέλιο