75 αποτελέσματα για «肩»
肩 かた N3
ουσιαστικό
- 01 ώμος
肩をすくめる かたをすくめる
άλλο, ρήμα
- 01 σηκώνω τους ώμους μου
肩を落とす かたをおとす
άλλο, ρήμα
- 01 ρίχνω τους ώμους μου
肩越し かたごし
ουσιαστικό
- 01 κοιτάζω πάνω από τον ώμο κάποιου
肩書き かたがき
ουσιαστικό
- 01 τίτλος (π.χ. γιατρός, καθηγητής, λόρδος), επαγγελματικός τίτλος, θέση (σε μια εταιρεία), βαθμός, ιδιότητα, βαθμίδα
肩で息をする かたでいきをする
άλλο, ρήμα
- 01 αναπνέω βαριά (π.χ. με έντονη κίνηση των ώμων)
肩を並べる かたをならべる
άλλο, ρήμα
- 01 βαδίζω ή στέκομαι δίπλα-δίπλα, συμβαδίζω
- 02 είμαι στο ίδιο επίπεδο με κάποιον, εξισώνομαι
肩口 かたぐち
ουσιαστικό
- 01 κορυφή του ώμου, άκρη του ώμου, γιακάς
肩の力を抜く かたのちからをぬく
άλλο, ρήμα
- 01 χαλαρώνω τους ώμους μου, ηρεμώ, δεν παίρνω τον εαυτό μου υπερβολικά στα σοβαρά
肩に担ぐ かたにかつぐ
άλλο, ρήμα
- 01 μεταφέρω στους ώμους, επωμίζομαι
肩入れ かたいれ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποστήριξη, κάλυψη, προστασία
肩を貸す かたをかす
άλλο, ρήμα
- 01 προσφέρω τον ώμο μου, στηρίζω κάποιον με τον ώμο μου, βοηθώ στη μεταφορά φορτίου
- 02 δίνω ένα χέρι βοηθείας, σπεύδω σε βοήθεια κάποιου
肩代わり かたがわり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάληψη χρέους, εργασίας ή βάρους κάποιου άλλου, υποκατάσταση
肩幅 かたはば
ουσιαστικό
- 01 πλάτος ώμων
肩を持つ かたをもつ
άλλο, ρήμα
- 01 παίρνω το μέρος κάποιου, υποστηρίζω κάποιον
肩車 かたぐるま
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μεταφέρω κάποιον στους ώμους μου
- 02 καταγκουρούμα (ρίψη στο τζούντο όπου ο αθλητής σηκώνει τον αντίπαλο στους ώμους του)
肩を組む かたをくむ
άλλο, ρήμα
- 01 αγκαλιάζω κάποιον περνώντας το χέρι μου πάνω από τον ώμο του, συμπλέκω τους ώμους μου με κάποιον
肩にかかる かたにかかる
άλλο, ρήμα
- 01 πέφτω στους ώμους κάποιου (π.χ. ευθύνη, καθήκον)
肩身が狭い かたみがせまい
άλλο, επίθετο
- 01 νιώθω ντροπή, αισθάνομαι κατώτερος
肩の荷が下りる かたのにがおりる
άλλο, ρήμα
- 01 νιώθω ανακουφισμένος από το βάρος μου, αποβάλλω ένα βάρος από τη σκέψη μου