60 αποτελέσματα για «興»

興味 きょうみ N4

ουσιαστικό

  1. 01 ενδιαφέρον (για κάτι), περιέργεια (για κάτι), ζήλος (για)
興奮 こうふん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενθουσιασμός, διέγερση, ταραχή, αναστάτωση
興味深い きょうみぶかい

επίθετο

  1. 01 πολύ ενδιαφέρων
興味を持つ きょうみをもつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενδιαφέρομαι
興味ない きょうみない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αδιάφορος (για), δεν έχω ενδιαφέρον (για)
興味津々 きょうみしんしん

ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα

  1. 01 ιδιαίτερα ενδιαφέρων, συναρπαστικός, με αμείωτο ενδιαφέρον, που νιώθει τεράστια περιέργεια
興じる きょうじる N1

ρήμα

  1. 01 διασκεδάζω, περνώ ευχάριστα τον χρόνο μου
きょう

ουσιαστικό

  1. 01 ενδιαφέρον, ψυχαγωγία, απόλαυση
  2. 02 έμμεση παρομοίωση (τεχνοτροπία του Σι Τζιν)
興奮気味 こうふんぎみ

ουσιαστικό

  1. 01 κάπως ενθουσιασμένος (ερεθισμένος)
興味本位 きょうみほんい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 από καθαρή περιέργεια, μόνο για να ικανοποιήσω την περιέργειά μου, με κύριο σκοπό τη διασκέδαση, εντυπωσιοθηρικός (π.χ. περιοδικό)
興味を引く きょうみをひく

άλλο, ρήμα

  1. 01 προκαλώ ενδιαφέρον, κεντρίζω το ενδιαφέρον κάποιου
興行 こうぎょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θέαμα, παράσταση, νούμερο
  2. 02 βιομηχανία του θεάματος, σόου μπίζνες
興奮状態 こうふんじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση διέγερσης
  2. 02 κατάσταση ενθουσιασμού
興す おこす

ρήμα

  1. 01 αναζωογονώ (π.χ. μια βιομηχανία), τονώνω, ενεργοποιώ, αναβιώνω, προωθώ, καθιστώ ακμάζοντα
  2. 02 ιδρύω (π.χ. μια εταιρεία), οικοδομώ, στήνω, εγκαινιάζω, ξεκινώ
興味をそそる きょうみをそそる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κεντρίζω το ενδιαφέρον κάποιου, διεγείρω (την όρεξη), είμαι ελκυστικός, είμαι ενδιαφέρων, είμαι συναρπαστικός
興ざめ きょうざめ

ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα

  1. 01 χαλάστρα, κλείσιμο της διάθεσης, απογοήτευση, μείωση του ενδιαφέροντος
興が乗る きょうがのる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενθουσιάζομαι, αποκτώ ενδιαφέρον, παρασύρομαι
興信所 こうしんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο ιδιωτικών ερευνών, γραφείο πληροφοριών
興る おこる

ρήμα

  1. 01 αναπτύσσομαι, ακμάζω
興業 こうぎょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προώθηση της βιομηχανίας, ίδρυση μιας νέας βιομηχανικής επιχείρησης