189 αποτελέσματα για «表»

表情 ひょうじょう N3

ουσιαστικό

  1. 01 έκφραση προσώπου, όψη, μορφή
  2. 02 βλέμμα, εμφάνιση, έκφραση (φωνητική κ.λπ.)
表現 ひょうげん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκφραση, αναπαράσταση, περιγραφή
  2. 02 εκπροσώπηση (μιας ομάδας)
おもて N4

ουσιαστικό

  1. 01 επιφάνεια
  2. 02 πρόσωπο (δηλαδή η ορατή πλευρά ενός αντικειμένου)
  3. 03 μπροστινή πλευρά (ενός κτιρίου κ.λπ.), εμπρόσθια όψη (δηλαδή η κορώνα) ενός νομίσματος
  4. 04 εξωτερικό
  5. 05 εμφάνιση
  6. 06 δημόσιος
  7. 07 πρώτο μισό (ενός inning), αρχή (ενός inning)
  8. 08 κάλυμμα (για ψάθες τατάμι κ.λπ.)
  9. 09 προσκήνιο
  10. 10 σχολή τελετουργίας τσαγιού Ομοτεσένκε
表面 ひょうめん N3

ουσιαστικό

  1. 01 επιφάνεια, όψη
  2. 02 εξωτερικό
  3. 03 εξωτερική εμφάνιση, επιφανειακότητα
表す あらわす N3

ρήμα

  1. 01 αντιπροσωπεύω, σημαίνω, συμβολίζω
  2. 02 αποκαλύπτω, δείχνω, προβάλλω, επιδεικνύω
  3. 03 εκφράζω
  4. 04 γνωστοποιώ ευρέως, διαδίδω
表示 ひょうじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ένδειξη, έκφραση, εμφάνιση, εκδήλωση, επίδειξη
  2. 02 προβολή, εμφάνιση, απεικόνιση
  3. 03 αναπαράσταση, απεικόνιση
  4. 04 αναφορά (πνευματικών δικαιωμάτων)
表紙 ひょうし N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξώφυλλο (βιβλίου, περιοδικού κ.λπ.), βιβλιοδεσία
  2. 02 εμφανίζομαι στο εξώφυλλο περιοδικού
表向き おもてむき

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική εμφάνιση, φαινομενικός, δημόσιος, επίσημος
ひょう N3

ουσιαστικό

  1. 01 πίνακας, διάγραμμα, κατάλογος
  2. 02 υπόμνημα προς αυτοκράτορα
表明 ひょうめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δήλωση, ένδειξη, αναπαράσταση, εκδήλωση, απόδειξη, έκφραση, ανακοίνωση, ισχυρισμός
表面上 ひょうめんじょう

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 επιφανειακά, φαινομενικά, εξωτερικά, κατά τα φαινόμενα
表立つ おもてだつ

ρήμα

  1. 01 δημοσιοποιούμαι, γίνομαι γνωστός, έρχομαι στο φως
  2. 02 γίνομαι τυπικός, καθίσταμαι επίσημος
表記 ひょうき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γραπτή έκφραση, γραπτή αναπαράσταση, σημειογραφία, μεταγραφή, ορθογραφία
  2. 02 αναγραφή στην επιφάνεια (π.χ. διεύθυνση σε φάκελο), επιγραφή στην όψη
表舞台 おもてぶたい

ουσιαστικό

  1. 01 προσκήνιο, κεντρική σκηνή (της πολιτικής κ.λπ.)
表通り おもてどおり

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρικός δρόμος (σε αντίθεση με έναν παράδρομο), εμπορικός δρόμος
表面的 ひょうめんてき

επίθετο

  1. 01 επιφανειακός, φαινομενικός, εξωτερικός, διακοσμητικός
表札 ひょうさつ

ουσιαστικό

  1. 01 ταμπέλα ονόματος, πινακίδα εξώπορτας
表彰 ひょうしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσημη αναγνώριση, δημόσιος έπαινος (για τα επιτεύγματα, τις καλές πράξεις κάποιου κ.λπ.), βράβευση, τιμητική διάκριση
表沙汰 おもてざた

ουσιαστικό

  1. 01 δημοσιοποίηση, αποκάλυψη ενός θέματος
  2. 02 προσφυγή στη δικαιοσύνη, παραπομπή ενός θέματος στα δικαστήρια
表層 ひょうそう

ουσιαστικό

  1. 01 επιφάνεια, εξωτερικό στρώμα