126 αποτελέσματα για «要»

要求 ようきゅう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαίτηση, έντονη παράκληση, σταθερό αίτημα, επίταξη, προϋπόθεση, επιθυμία
要素 ようそ N3

ουσιαστικό

  1. 01 συστατικό, παράγοντας, στοιχείο (π.χ. σε λίστα)
  2. 02 στοιχείο (π.χ. σε πίνακα), μέλος (π.χ. δομής δεδομένων)
要するに ようするに N3

άλλο, επίρρημα

  1. 01 εν ολίγοις, με λίγα λόγια, με μια λέξη, για να συνοψίσω, απλά, για να μη μακρηγορώ, τελικά
要る いる N5

ρήμα

  1. 01 χρειάζομαι, θέλω
要請 ようせい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αίτημα, έκκληση, απαίτηση, αξίωση, διεκδίκηση
  2. 02 αξίωμα
要は ようは

επίρρημα

  1. 01 εν συντομία, το θέμα είναι, το σημαντικό είναι, με μία λέξη, βασικά
要望 ようぼう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απαίτηση, αίτημα, ζήτηση, παράκληση
要する ようする N1

ρήμα

  1. 01 χρειάζομαι, απαιτώ, απαιτώ χρόνο, έχω ανάγκη
要因 よういん N1

ουσιαστικό

  1. 01 κύρια αιτία, πρωταρχικός παράγοντας
要領 ようりょう N2

ουσιαστικό

  1. 01 ουσία, περίληψη, βασικά σημεία, αρχές, περίγραμμα
  2. 02 δεξιότητα, κόλπο, ο τρόπος για να γίνει κάτι
要塞 ようさい

ουσιαστικό

  1. 01 οχυρό, φρούριο, οχύρωση
よう

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 κύριο σημείο, ουσιώδες σημείο, σημαντικό πράγμα
  2. 02 αναγκαιότητα, ανάγκη, απαίτηση
要員 よういん

ουσιαστικό

  1. 01 απαραίτητο προσωπικό, απαραίτητο άτομο
要約 ようやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περίληψη, σύνοψη
要点 ようてん N3

ουσιαστικό

  1. 01 ουσία, κύριο σημείο, βασικό σημείο
要人 ようじん

ουσιαστικό

  1. 01 σημαντικό πρόσωπο, υψηλόβαθμο στέλεχος
要領を得る ようりょうをえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συμβαδίζω με το θέμα, πιάνω το νόημα, είμαι ουσιαστικός
要件 ようけん

ουσιαστικό

  1. 01 σημαντικό ζήτημα
  2. 02 απαίτηση, προαπαιτούμενο, απαραίτητη συνθήκη, εκ των ων ουκ άνευ
かなめ

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρικό σημείο, άξονας περιστροφής
  2. 02 κρίσιμο σημείο, ακρογωνιαίος λίθος, κλειδί
  3. 03 ιαπωνική φωτίνια
要注意 ようちゅうい

ουσιαστικό

  1. 01 ανάγκη για προσοχή, επιμέλεια, που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή