14 αποτελέσματα για «距»

距離 きょり

ουσιαστικό

  1. 01 απόσταση, εμβέλεια, διάστημα
  2. 02 διαφορά (π.χ. σε γνώμη), χάσμα, απόσταση
  3. 03 μετρική
距離を取る きょりをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποστασιοποιούμαι (από κάτι ή κάποιον), κρατώ απόσταση (από κάτι ή κάποιον), διατηρώ απόσταση (από κάτι ή κάποιον)
距離を置く きょりをおく

άλλο, ρήμα

  1. 01 κρατώ αποστάσεις (από κάποιον ή κάτι), διατηρώ απόσταση (από κάποιον ή κάτι)
距離を詰める きょりをつめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μειώνω την απόσταση, κλείνω την ψαλίδα (π.χ. σε σχέση με τον πρωτοπόρο), πλησιάζω (π.χ. κάποιον), προσεγγίζω
距離感 きょりかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση απόστασης (σωματικής ή συναισθηματικής), αίσθημα απόστασης
距離を開ける きょりをあける

άλλο, ρήμα

  1. 01 τηρώ απόσταση (π.χ. από άλλους ανθρώπους)
きょ

ουσιαστικό

  1. 01 σωληνοειδές νέκταριο, πλήκτρο
距離計 きょりけい

ουσιαστικό

  1. 01 αποστασιόμετρο
距骨 きょこつ

ουσιαστικό

  1. 01 αστράγαλος, οστό της ποδοκνημικής
距離空間 きょりくうかん

ουσιαστικό

  1. 01 μετρικός χώρος
距離標 きょりひょう

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδι απόστασης, ορόσημο χιλιομέτρησης
距爪 きょそう

ουσιαστικό

  1. 01 πλήκτρο κόκορα
距跋渉毛 きょけつしょうげ

ουσιαστικό

  1. 01 όπλο με σχοινί που φέρει δρεπάνι στη μία άκρη και κρίκο στην άλλη (κιοκέτσου σόγκε)
  1. 01 μακρινός
  2. 02 σπιρούνι
  3. 03 αστράγαλος (αλόγου)