68 αποτελέσματα για «踏»

踏む ふむ N4

ρήμα

  1. 01 πατάω, ποδοπατάω, καταπατάω
  2. 02 πατάω το πόδι μου σε (π.χ. ξένο έδαφος), στέκομαι πάνω σε, επισκέπτομαι
  3. 03 βιώνω, υφίσταμαι, περνάω από
  4. 04 ακολουθώ (κανόνες, αρχές κ.λπ.), περνάω από (π.χ. διατυπώσεις), ολοκληρώνω
  5. 05 εκτιμώ, μαντεύω, κρίνω, αποτιμώ
  6. 06 ομοιοκαταληκτώ
  7. 07 διαδέχομαι (π.χ. τον θρόνο)
踏み込む ふみこむ N1

ρήμα

  1. 01 εισβάλλω, μπαίνω (π.χ. σε ξένο έδαφος), παραβιάζω, κάνω έφοδο
  2. 02 αντιμετωπίζω (ένα ζήτημα), καταπιάνομαι σοβαρά, φτάνω στην ουσία, εμβαθύνω
踏み出す ふみだす

ρήμα

  1. 01 βηματίζω μπροστά, προχωρώ
  2. 02 ξεκινώ, αρχίζω, αναλαμβάνω, κάνω βήματα προς
踏みつける ふみつける

ρήμα

  1. 01 πατάω, ποδοπατώ
  2. 02 αγνοώ, περιφρονώ
踏まえる ふまえる N1

ρήμα

  1. 01 βασίζομαι σε, λαμβάνω υπόψη, οικοδομώ πάνω σε, έχω ως αφετηρία
  2. 02 πατώ σταθερά, στέκομαι γερά
踏みにじる ふみにじる

ρήμα

  1. 01 πατάω με τα πόδια, καταπατώ, συνθλίβω υπό το βάρος του ποδιού
踏ん張る ふんばる

ρήμα

  1. 01 στηρίζω σταθερά τα πόδια μου, στέκομαι γερά, πατώ σταθερά στο έδαφος
  2. 02 αντέχω, επιμένω, καταβάλλω προσπάθεια, προσπαθώ σκληρά
踏みしめる ふみしめる

ρήμα

  1. 01 πατάω σταθερά
  2. 02 συμπυκνώνω πατώντας
踏みとどまる ふみとどまる

ρήμα

  1. 01 παραμένω, σταθεροποιούμαι, κρατώ τη θέση μου
  2. 02 σταματώ (κάτι), εγκαταλείπω
踏み潰す ふみつぶす

ρήμα

  1. 01 πατώ, λιώνω με το πόδι
踏み台 ふみだい

ουσιαστικό

  1. 01 σκαμνί (πάνω στο οποίο ανεβαίνει κανείς για να φτάσει ψηλά αντικείμενα), μικρή φορητή σκάλα
  2. 02 σκαλοπάτι, εφαλτήριο
踏破 とうは

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πεζοπορία (σε μεγάλη και δύσκολη διαδρομή), διάσχιση με τα πόδια, οδοιπορία σε όλη την έκταση μιας περιοχής
  2. 02 ταξίδι σε όλη την έκταση (π.χ. μιας χώρας), επίσκεψη σε όλες τις κύριες τοποθεσίες (μιας περιοχής κ.λπ.)
踏み切る ふみきる

ρήμα

  1. 01 πηδώ, κάνω άλμα
  2. 02 παίρνω την απόφαση, αποφασίζω, επιχειρώ κάτι, ξεκινώ
  3. 03 βγαίνω από το ρινγκ (στο σούμο)
踏み外す ふみはずす

ρήμα

  1. 01 πατάω στο κενό, χάνω το πάτημά μου
  2. 02 ξεφεύγω από τον σωστό δρόμο, παρεκτρέπομαι
踏み越える ふみこえる

ρήμα

  1. 01 υπερβαίνω, υπερπηδώ, ξεπερνώ
踏み込み ふみこみ

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρης ενασχόληση (με κάτι), εμβάθυνση (σε ζήτημα κ.λπ.), είσοδος, εισβολή ή ορμητική είσοδος
  2. 02 εσοχή (τοκονομά)
踏んづける ふんづける

ρήμα

  1. 01 πατάω, ποδοπατώ
踏み鳴らす ふみならす

ρήμα

  1. 01 χτυπώ δυνατά τα πόδια μου στο έδαφος
踏み入れる ふみいれる

ρήμα

  1. 01 εισέρχομαι σε χώρο, πατώ πάνω σε κάτι
踏み抜く ふみぬく

ρήμα

  1. 01 πατώ (καρφί), τρυπώ το πόδι μου (με καρφί)
  2. 02 διαπερνώ με το πόδι μου (το πάτωμα)