178 αποτελέσματα για «追»
追う おう N3
ρήμα
- 01 κυνηγώ, τρέχω πίσω από, καταδιώκω, ακολουθώ
- 02 ακολουθώ (μια καθορισμένη σειρά, μια τάση κ.λπ.)
- 03 διώχνω, εκδιώκω, καθαιρώ
- 04 οδηγώ (π.χ. ένα κοπάδι)
- 05 πιέζομαι (π.χ. από τον χρόνο)
追いかける おいかける N2
ρήμα
- 01 κυνηγώ, τρέχω πίσω από, καταδιώκω
- 02 στη συνέχεια, κατόπιν, έπειτα
追いつく おいつく
ρήμα
- 01 φτάνω, προφταίνω, ισοφαρίζω
- 02 αποζημιώνομαι, αναπληρώνω τις απώλειές μου
追加 ついか N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσθήκη, συμπλήρωμα, προσάρτηση, παράρτημα
追い出す おいだす N1
ρήμα
- 01 διώχνω, εκδιώκω
追い詰める おいつめる
ρήμα
- 01 βάζω σε αδιέξοδο, στριμώχνω, οδηγώ στα όριά του, καταδιώκω, εντοπίζω, κυνηγάω
追い込む おいこむ N1
ρήμα
- 01 οδηγώ, σπρώχνω, κυνηγώ, μαντρώνω
- 02 στριμώχνω, εξαναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι
- 03 πιέζω τον εαυτό μου, εξαντλούμαι, κάνω την τελική προσπάθεια
- 04 συμπυκνώνω κείμενο (για παράδειγμα σε γραμμές εκτύπωσης)
- 05 έχω δύο strikes (στο μπέιζμπολ)
追い払う おいはらう
ρήμα
- 01 διώχνω, απομακρύνω, σκορπίζω, διασκορπίζω
追及 ついきゅう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έρευνα (π.χ. για την ενοχή κάποιου), ανάκριση, εξέταση, επίμονη διερεύνηση, καταδίωξη, εξακρίβωση
- 02 κάλυψη διαφοράς, φτάσιμο, προσπέραση, ξεπέρασμα
追跡 ついせき N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καταδίωξη, κυνηγητό, παρακολούθηση, εντοπισμός
- 02 παρακολούθηση, ανίχνευση, διερεύνηση
追放 ついほう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξορία, εκτόπιση, έξωση, απέλαση, εκκαθάριση, κάθαρση, αποπομπή, εκδίωξη, ανατροπή
- 02 εξάλειψη (π.χ. της φτώχειας), απομάκρυνση, κατάργηση
追求 ついきゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιδίωξη (ενός στόχου, ιδανικού κ.λπ.), αναζήτηση, καταδίωξη
追いやる おいやる
ρήμα
- 01 διώχνω, απομακρύνω, εξαναγκάζω σε αποχώρηση
- 02 οδηγώ με το ζόρι σε δυσάρεστη κατάσταση (χρεοκοπία, πορνεία, αυτοκτονία κ.λπ.)
追い返す おいかえす
ρήμα
- 01 διώχνω, απομακρύνω, διώχνω πίσω, απωθώ, αποκρούω
追撃 ついげき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καταδίωξη (φεύγοντος εχθρού), καταδίωξη, επίθεση σε συνέχεια
追っ手 おって
ουσιαστικό
- 01 διώκτης, καταδιωκτική ομάδα, απόσπασμα καταδίωξης
追っかける おっかける
ρήμα
- 01 καταδιώκω, κυνηγώ
追い抜く おいぬく
ρήμα
- 01 προσπερνώ (αυτοκίνητο), υποσκελίζω
- 02 ξεπερνώ, υπερέχω, αφήνω πίσω μου, προσπερνώ (στη θάλασσα)
追い越す おいこす N2
ρήμα
- 01 προσπερνώ (π.χ. αυτοκίνητο), υποσκελίζω
- 02 ξεπερνώ, υπερκαλύπτω, προπορεύομαι, αφήνω πίσω
追い求める おいもとめる
ρήμα
- 01 επιδιώκω, κυνηγώ