36 αποτελέσματα για «逸»
逸らす そらす
ρήμα
- 01 στρέφω (τα μάτια, το πρόσωπο, κ.λπ.), αποστρέφω, εκτρέπω (π.χ. την προσοχή), αποφεύγω (π.χ. μια ερώτηση), αλλάζω (π.χ. θέμα)
- 02 δυσαρεστώ, ενοχλώ, προσβάλλω, αναστατώνω
- 03 αστοχώ (στο στόχο, στην μπάλα, κ.λπ.)
逸れる それる N2
ρήμα
- 01 αποκλίνω, στρίβω αλλού, παρεκτρέπομαι, αστοχώ (π.χ. σε στόχο)
- 02 αποκλίνω (π.χ. από μια συζήτηση), παρεκτρέπομαι, ξεφεύγω, περιπλανώμαι
逸脱 いつだつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απόκλιση, παρέκκλιση
- 02 παράλειψη (κατά λάθος)
逸る はやる
ρήμα
- 01 ανυπομονώ, καίγομαι, είμαι ανήσυχος, είμαι παρορμητικός, είμαι βιαστικός
- 02 ενθουσιάζομαι, έχω ανεβασμένη διάθεση
逸る はぐる
ρήμα
- 01 απομακρύνομαι, χάνομαι
逸話 いつわ
ουσιαστικό
- 01 ανέκδοτο, ιστορία, επεισόδιο
逸材 いつざい
ουσιαστικό
- 01 εξαιρετικό ταλέντο, άνθρωπος με σπάνιο χάρισμα, χαρισματικό άτομο
逸する いっする
ρήμα
- 01 χάνω (μια ευκαιρία), παραλείπω (μια ευκαιρία)
- 02 παραβλέπω, παραλείπω, ξεχνώ
- 03 αποκλίνω
逸品 いっぴん
ουσιαστικό
- 01 εξαιρετικό προϊόν, εκλεκτό αντικείμενο, σπάνιο ομορφιάς απόκτημα, αριστούργημα, διαμάντι
逸物 いちもつ
ουσιαστικό
- 01 κορυφαίο δείγμα, εξαιρετικό αντικείμενο, θαυμάσιο αντικείμενο, εξαίρετο πράγμα, το καλύτερο (π.χ. από μια γέννα), εξαιρετικό άτομο, άριστος άνθρωπος
逸れる はぐれる
ρήμα, άλλο
- 01 χάνω τον προσανατολισμό μου, αποχωρίζομαι (από τους συντρόφους μου), ξεστρατίζω
- 02 χάνω (την ευκαιρία για...)
逸楽 いつらく
ουσιαστικό
- 01 ηδονή, ακολασία
逸す いっす
ρήμα
- 01 χάνω (μια ευκαιρία), παραλείπω
- 02 παραβλέπω, παραλείπω, ξεχνώ
- 03 παρεκκλίνω, απομακρύνομαι από (τον κανόνα κ.λπ.)
逸事 いつじ
ουσιαστικό
- 01 ανέκδοτο, άγνωστο περιστατικό
逸文 いつぶん
ουσιαστικό
- 01 απολεσθέν έργο, χαμένα κείμενα
- 02 εν μέρει απολεσθέν έργο, λογοτεχνικό απόσπασμα, έργο που διασώζεται μέσω παραθεμάτων
- 03 έργο ανώτερης ποιότητας
逸足 いっそく
ουσιαστικό
- 01 ταχύτητα, γοργό βάδισμα, γρήγορο άλογο
- 02 εξαιρετικό ταλέντο, άτομο με μεγάλο χάρισμα
逸走 いっそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαφυγή, φυγή, απόδραση
- 02 εκτροχιασμός
逸出 いっしゅつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαφυγή, αναχώρηση
- 02 υπεροχή, διάκριση
逸民 いつみん
ουσιαστικό
- 01 συνταξιούχος, αναχωρητής
逸失利益 いっしつりえき
ουσιαστικό
- 01 διαφυγόν κέρδος