198 αποτελέσματα για «運»
運ぶ はこぶ N4
ρήμα
- 01 μεταφέρω, διακομίζω, μετακινώ, μεταβιβάζω
- 02 έρχομαι, πηγαίνω
- 03 χρησιμοποιώ (πινέλο, ξυλάκια κ.λπ.), κινούμαι
- 04 εκτελώ, προχωρώ με κάτι, διευθετώ
- 05 πηγαίνω (καλά κ.λπ.), προχωρώ, εξελίσσομαι
運命 うんめい N1
ουσιαστικό
- 01 μοίρα, πεπρωμένο, τύχη
運動 うんどう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άσκηση, γυμναστική, προπόνηση, αθλητισμός, σπορ
- 02 καμπάνια, εκστρατεία, κίνημα, άσκηση πιέσεων
- 03 κίνηση
運 うん N3
ουσιαστικό
- 01 τύχη, καλοτυχία
運転 うんてん N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λειτουργία (μηχανής), λειτουργία, λειτουργικότητα
- 02 οδήγηση (οχήματος)
- 03 χρήση (κεφαλαίων, πόρων κ.λπ.), διαχείριση, επένδυση
運営 うんえい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαχείριση, διοίκηση, λειτουργία
運転手 うんてんしゅ N4
ουσιαστικό
- 01 οδηγός, σοφέρ
運用 うんよう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αξιοποίηση, εφαρμογή, πρακτική χρήση, αποτελεσματική διαχείριση (π.χ. κεφαλαίων)
- 02 χειρισμός (κυρίως σκάφους), πηδαλιουχία
運び込む はこびこむ
ρήμα
- 01 μεταφέρω μέσα, εισάγω
運び はこび
ουσιαστικό
- 01 πρόοδος, ρυθμός, μεταφορά, βήμα, στάδιο
運搬 うんぱん N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μεταφορά, μετακόμιση, διαμετακόμιση, μετακίνηση
運転席 うんてんせき
ουσιαστικό
- 01 θέση οδηγού (σε αυτοκίνητο)
運び出す はこびだす
ρήμα
- 01 μεταφέρω έξω από κάπου, μεταφέρω, βγάζω έξω
運動神経 うんどうしんけい
ουσιαστικό
- 01 κινητικό νεύρο
- 02 αντανακλαστικά, αθλητική ικανότητα, κινητικός συντονισμός
運が悪い うんがわるい
άλλο, επίθετο
- 01 άτυχος
運動部 うんどうぶ
ουσιαστικό
- 01 αθλητικός σύλλογος (π.χ. στο σχολείο), αθλητικό τμήμα (π.χ. σε εφημερίδα)
運がいい うんがいい
άλλο, επίθετο
- 01 τυχερός, ευνοημένος από την τύχη
運悪く うんわるく
επίρρημα
- 01 ατυχώς
運動会 うんどうかい
ουσιαστικό
- 01 αθλητικοί αγώνες (ειδικότερα στο σχολείο), αθλητική ημέρα, σχολική εορτή, φεστιβάλ αθλητισμού
運良く うんよく
επίρρημα
- 01 ευτυχώς