209 αποτελέσματα για «道»

みち N5

ουσιαστικό

  1. 01 δρόμος, μονοπάτι, οδός, στενό, πέρασμα
  2. 02 διαδρομή, πορεία
  3. 03 απόσταση, ταξίδι
  4. 04 δρόμος (π.χ. προς τη νίκη), πορεία
  5. 05 τρόπος (ζωής, σωστής συμπεριφοράς), ηθικές αρχές
  6. 06 διδασκαλίες (ειδικά Κομφουκιανικές ή Βουδιστικές), δόγμα
  7. 07 πεδίο (π.χ. ιατρικής), θέμα, ειδικότητα
  8. 08 μέσο, τρόπος, μέθοδος
道具 どうぐ N4

ουσιαστικό

  1. 01 εργαλείο, όργανο, σκεύος, συσκευή, διάταξη, μηχάνημα
  2. 02 μέσο, τρόπος
  3. 03 έπιπλα
道路 どうろ N3

ουσιαστικό

  1. 01 δρόμος, εθνική οδός
道理 どうり

ουσιαστικό

  1. 01 λόγος, λογική, νόημα, αλήθεια, το δίκαιο
どう

ουσιαστικό

  1. 01 δρόμος, μονοπάτι, οδός, διαδρομή
  2. 02 τρόπος, σύνολο πρακτικών, κανόνες συμπεριφοράς
  3. 03 ηθική διαπαιδαγώγηση
  4. 04 βουδιστικές διδασκαλίες
  5. 05 ταοϊσμός
  6. 06 διοικητική περιφέρεια της Ιαπωνίας (Χοκκάιντο)
  7. 07 διοικητική περιφέρεια της Ιαπωνίας (Τοκάιντο, Τοσάντο κ.λπ.)
  8. 08 επαρχία (διοικητική περιφέρεια της Κορέας)
  9. 09 κυκλική περιφέρεια (διοικητική περιφέρεια της Κίνας)
  10. 10 επαρχία (διοικητική περιφέρεια της Κίνας κατά την εποχή των Τανγκ)
道中 どうちゅう

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 ταξίδι, οδοιπορία
  2. 02 καθ' οδόν, στο δρόμο, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού
道中 みちなか

ουσιαστικό

  1. 01 μέση του δρόμου, καθ' οδόν
  2. 02 καθ' οδόν προς τον προορισμό
道のり みちのり

ουσιαστικό

  1. 01 απόσταση, διαδρομή, δρομολόγιο
  2. 02 πορεία (π.χ. προς τον στόχο κάποιου), δρόμος, διαδικασία, διαδρομή, οδός
道場 どうじょう N1

ουσιαστικό

  1. 01 ντότζο, χώρος για την προπόνηση πολεμικών τεχνών
  2. 02 μάνταλα (χώρος βουδιστικής άσκησης ή διαλογισμού, ειδικότερα το μέρος κάτω από το δέντρο μπόντι όπου ο Βούδας έφτασε στη φώτιση)
道端 みちばた

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη του δρόμου, παραδρομιακός χώρος
道に迷う みちにまよう

άλλο, ρήμα

  1. 01 χάνω τον δρόμο μου, μπερδεύω τη διαδρομή μου
道筋 みちすじ

ουσιαστικό

  1. 01 μονοπάτι, διαδρομή, δρομολόγιο
道徳 どうとく N3

ουσιαστικό

  1. 01 ηθική, ηθικές αξίες
道化 どうけ

ουσιαστικό

  1. 01 καραγκιοζιλίκια, κωμωδία, κλόουν
  2. 02 κλόουν, γελωτοποιός
道すがら みちすがら

επίρρημα

  1. 01 καθ' οδόν, κατά τη διάρκεια της διαδρομής
道案内 みちあんない

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθοδήγηση, υπόδειξη διαδρομής, οδηγός
  2. 02 οδική σήμανση, πινακίδα κατεύθυνσης, ορόσημο διαδρομής
道行く みちゆく

ρήμα

  1. 01 περπατώ στον δρόμο
道連れ みちづれ

ουσιαστικό

  1. 01 συνταξιδιώτης, συναδοιπόρος
  2. 02 εξαναγκαστική συμπόρευση (π.χ. στον θάνατο), εξαναγκασμός σε συμμετοχή
道楽 どうらく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ασχολία, χόμπι, αγαπημένη διασκέδαση
  2. 02 ακολασία, ξεπεσμός, έκλυτος βίος, σπατάλη, επιδιδόμενος στο αλκοόλ, στις γυναίκες, στα τυχερά παιχνίδια κ.λπ., ασέλγεια
道楽 みちがく

ουσιαστικό

  1. 01 μορφή γκαγκάκου που εκτελείται κατά τη διάρκεια πορείας