14 αποτελέσματα για «響»
響く ひびく N2
ρήμα
- 01 αντηχώ, ακούγομαι μακριά
- 02 αντηχώ, δονούμαι, τραντάζομαι
- 03 αγγίζω (την ψυχή), μένω (σε κάποιον), επηρεάζω
- 04 έχω επίδραση, κάνω εντύπωση, εντυπωσιάζω
響き ひびき N2
ουσιαστικό
- 01 ηχώ, αντήχηση
- 02 ήχος (ιδίως ο χαρακτηριστικός ήχος αντικειμένου ή δραστηριότητας, π.χ. βροχής, όπλου, καλπασμού, τυμπάνου), θόρυβος
- 03 ποιότητα ήχου (π.χ. μιας ωραίας φράσης, μιας καθαρής φωνής, ενός ηχηρού κουδουνιού), αίσθηση ήχου, συναίσθημα ή αίσθηση που προκαλείται από κάτι που ακούστηκε ή διαβάστηκε
響き渡る ひびきわたる
ρήμα
- 01 αντηχώ, ηχώ, βροντώ
響めく どよめく
ρήμα
- 01 αντηχώ, ηχώ
- 02 προκαλώ σάλο, δημιουργώ αναστάτωση
響かす ひびかす
ρήμα
- 01 αντηχώ, προκαλώ αντήχηση
響きあう ひびきあう
ρήμα
- 01 ηχώ μαζί, δονούμαι αμοιβαία, αντηχώ
響めき どよめき
ουσιαστικό
- 01 αναταραχή, αναστάτωση
響岩 きょうがん
ουσιαστικό
- 01 φωνόλιθος, ηχηρόπετρα
響笛 きょうてき
ουσιαστικό
- 01 δονητικός σωλήνας
響かせる ひびかせる
ρήμα
- 01 προκαλώ αντήχηση
響銅 さはり
ουσιαστικό
- 01 κράμα χαλκού με ίχνη αργύρου, μολύβδου ή κασσίτερου
響胴 きょうどう
ουσιαστικό
- 01 ηχείο (μουσικού οργάνου), αντηχείο
響板 きょうばん
ουσιαστικό
- 01 αντηχείο (πιάνου)
響
- 01 αντηχώ
- 02 ηχώ
- 03 αντηχώ
- 04 ηχώ
- 05 δονούμαι