42 αποτελέσματα για «鳴»

鳴る なる N4

ρήμα

  1. 01 ηχώ, χτυπώ, αντηχώ, βρυχώμαι, βροντώ, γουργουρίζω
鳴らす ならす N3

ρήμα

  1. 01 κάνω να ηχήσει, ηχώ, χτυπάω, κτυπάω, ρουθουνίζω (με τη μύτη), χτυπάω τα δάχτυλα, τρίζω (αρθρώσεις)
  2. 02 είμαι δημοφιλής, χαίρω εκτίμησης, είμαι φημισμένος
  3. 03 δηλώνω, επιμένω, παραπονιέμαι
  4. 04 κλάνω
鳴く なく N5

ρήμα

  1. 01 βγάζω ήχο (για ζώα), φωνάζω, κραυγάζω, κλαψουρίζω, κελαηδώ, τιτιβίζω
  2. 02 ανακοινώνω συνδυασμό στα χαρτιά (π.χ. πονγκ, κονγκ)
鳴き声 なきごえ

ουσιαστικό

  1. 01 φωνή (ζώου), κάλεσμα, κελάηδημα, τραγούδι, κρώξιμο, βρυχηθμός, γάβγισμα, ουρλιαχτό, νιαούρισμα
鳴り響く なりひびく

ρήμα

  1. 01 αντηχώ, ηχώ, δονούμαι
  2. 02 φημίζομαι, γίνομαι ονομαστός
鳴り なり

ουσιαστικό

  1. 01 ήχος, κτύπημα
鳴り出す なりだす

ρήμα

  1. 01 αρχίζω να βγάζω ήχο (κουδούνισμα, κελάηδημα, κλάμα, κ.λπ.)
鳴動 めいどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βοή, τρανταγμός, (ηχηρή) ρυθμική δόνηση
鳴子 なるこ

ουσιαστικό

  1. 01 νάρουκο, κρόταλο, θορυβοποιό όργανο, πτηνοδιωκτικό ρόπτρο
  2. 02 νάρουκο, ξύλινο κρόταλο (που κρατιέται και στα δύο χέρια και σείεται)
鳴り渡る なりわたる

ρήμα

  1. 01 αντηχώ δυνατά σε μεγάλη απόσταση
鳴りっぱなし なりっぱなし

ουσιαστικό

  1. 01 ηχεί συνεχόμενα (τηλέφωνο, ξυπνητήρι κ.λπ.)
鳴門 なると

ουσιαστικό

  1. 01 πορθμός με ορμητική παλίρροια και άμπωτη, δίνη, στροβιλώδες ρεύμα
  2. 02 καμαμπόκο με σπειροειδές μοτίβο που μοιάζει με δίνη
  3. 03 τεχνική μαγειρικής κατά την οποία τα υλικά κόβονται σε σπειροειδές σχήμα
  4. 04 Ναρούτο (πόλη στην Τοκουσίμα)
  5. 05 Πορθμός του Ναρούτο
  6. 06 βακάμε Ναρούτο
鳴き出す なきだす

ρήμα

  1. 01 αρχίζω να κελαηδώ (για πουλιά κ.ά.)
鳴神 なるかみ

ουσιαστικό

  1. 01 κεραυνός
鳴り物入り なりものいり

ουσιαστικό

  1. 01 τυμπανοκρουσίες, πανηγυρικές εκδηλώσεις
鳴り物 なりもの

ουσιαστικό

  1. 01 μουσικό όργανο, μουσική
  2. 02 συνοδευτικά όργανα που χρησιμοποιούνται στο καμπούκι (εξαιρουμένου του σαμισέν)
鳴かず飛ばず なかずとばず

άλλο

  1. 01 ζω στην αφάνεια, παραμένω αθέατος, δεν κάνω αισθητή την παρουσία μου
鳴き交わす なきかわす

ρήμα

  1. 01 ανταλλάσσω ερωτικά καλέσματα, κραυγάζω ο ένας στον άλλο
鳴きまね なきまね

ουσιαστικό

  1. 01 μίμηση φωνής πουλιού ή ζώου, απομίμηση καλέσματος ή ήχου
鳴りはためく なりはためく

ρήμα

  1. 01 αντηχώ, ηχώ, αντηχώ δυνατά