Ευρετήριο
217.768 λέξεις
- 万が一 αν τυχόν, στην απίθανη περίπτωση που, μία στο εκατομμύριο, έκτακτη ανάγκη, το χειρότερο σενάριο
- やけに υπερβολικά, τρομερά, απελπισμένα, βίαια, αδικαιολόγητα, ακραία
- 嵐 καταιγίδα, θύελλα, τρικυμία, αναταραχή, σάλος, φασαρία, θύελλα (π.χ. διαμαρτυριών), άνεμοι (π.χ. αλλαγής), στοίβα τριών φύλλων ίδιας αξίας στο οϊτσο-κάμπου
- 明かり φως, λάμψη, φωταύγεια, φως (πηγή φωτός), φώτα, λάμπα, λυχνάρι, απόδειξη (αθωότητας)
- 復讐 εκδίκηση
- 妄想 ψευδαίσθηση, αυταπάτη, παράλογη ιδέα, τρελή φαντασία, (γελοία) φαντασίωση
- 変態 μεταμόρφωση, ανωμαλία, σεξουαλική διαστροφή, διεστραμμένος (ως άτομο), μεταμόρφωση, μεταμόρφωση, μετάβαση, τροποποίηση
- 宝石 πετράδι, κόσμημα, πολύτιμος λίθος
- 具 εργαλείο, μέσο, υλικά (που προστίθενται σε σούπα, ρύζι κ.λπ.), μετρητική λέξη για σετ πανοπλιών, σκεύη, έπιπλα κ.λπ.
- 追い詰める βάζω σε αδιέξοδο, στριμώχνω, οδηγώ στα όριά του, καταδιώκω, εντοπίζω, κυνηγάω
- 拘束 περιορισμός, συγκράτηση, δέσμευση, δέσιμο, καταναγκασμός
- そんな風に με αυτόν τον τρόπο, έτσι
- どうかな τι θα έλεγες για..., αναρωτιέμαι, δεν ξέρω
- 踏み込む εισβάλλω, μπαίνω (π.χ. σε ξένο έδαφος), παραβιάζω, κάνω έφοδο, αντιμετωπίζω (ένα ζήτημα), καταπιάνομαι σοβαρά, φτάνω στην ουσία, εμβαθύνω
- かも知れない ίσως, μπορεί, πιθανόν, ενδέχεται
- 理屈 θεωρία, λογική, αιτιολογία, αβάσιμο επιχείρημα, τραβηγμένη λογική, δικαιολογία, πρόφαση
- 滑る γλιστράω, ολισθαίνω, κάνω πατινάζ, κάνω σκι, γλιστράω, κάνω σπινάρισμα, γλιστράω, αποτυγχάνω (στις εξετάσεις), χάνω τη θέση μου, υποβιβάζομαι, δεν πιάνω (ένα αστείο), δεν έχει απήχηση, γλιστράω
- 英雄 ήρωας, ηρωίδα, σπουδαίο πρόσωπο, Ηρωική Συμφωνία (του Μπετόβεν, 1804), Ηρωική Πολωνέζα (του Σοπέν)
- 先端 μυτερό άκρο, άκρη, κορυφή, μύτη, ακμή (π.χ. φύλλου, μηνίσκου), κορυφή (καμπύλης), πρώτη γραμμή, εμπροσθοφυλακή, αιχμή του δόρατος, πρωτοπορία
- まあまあ έτσι κι έτσι, μέτριος, αποδεκτός, όχι τόσο άσχημα, ικανοποιητικός, σιγά σιγά, ηρέμησε, μη στενοχωριέσαι, έλα τώρα, αμάν, αχ, ωχ, καλά
- ミス λάθος, σφάλμα, γκάφα
- 針 βελόνα, καρφίτσα, αγκίστρι, κεντρί, αγκάθι, δείκτης (π.χ. ρολογιού), συρραπτικό (για συρραπτικό μηχάνημα), κέντημα, ράψιμο, κακία, εμπάθεια, βελονιά (μονάδα μέτρησης)
- 前方 μπροστά, εμπρός, με τετράγωνο εμπρόσθιο μέρος
- 前方 προηγουμένως, παλαιότερα, μπροστά, εμπρός, ανώριμος, αδαής
- 窺う κρυφοκοιτάζω, ρίχνω μια κλεφτή ματιά, παρατηρώ (ιδίως κρυφά), περιμένω (την ευκαιρία μου), μαντεύω, συμπεραίνω, υποθέτω, εικάζω
- 聖 άγιος, ιερός, άγιος, καθαρός, αγνός
- 一時間 μία ώρα
- 襲撃 αιφνιδιαστική επίθεση, έφοδος, επιδρομή
- 放課後 μετά το σχολείο (στο τέλος της ημέρας)
- 髪の毛 μαλλιά, τρίχα