433 αποτελέσματα για «全»

全部 ぜんぶ N5

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 όλος, ολόκληρος, εντελώς, συνολικά
全然 ぜんぜん N4

επίρρημα

  1. 01 καθόλου, στο ελάχιστο
  2. 02 εντελώς, ολοκληρωτικά, πλήρως, τελείως
  3. 03 εξαιρετικά, πολύ
全員 ぜんいん N3

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 όλα τα μέλη, άπαντες, όλοι, όλο το πλήρωμα
全く まったく N3

επίρρημα, ουσιαστικό, επιφώνημα

  1. 01 πραγματικά, αληθινά, εντελώς, πλήρως, εξ ολοκλήρου, τέλεια
  2. 02 πράγματι, όντως
  3. 03 αμάν, Θεέ μου
全体 ぜんたい N3

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 ολόκληρος, ολότητα, σύνολο
  2. 02 καταρχάς, αρχικά
  3. 03 στο καλό, διάολο (π.χ. «τι στο καλό;»), άραγε (π.χ. «ποιος άραγε;»)
全て すべて N3

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 τα πάντα, όλα, το σύνολο
  2. 02 εντελώς, πλήρως, εξ ολοκλήρου, τελείως
全身 ぜんしん N3

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 ολόκληρο το σώμα, ολόσωμος, πλήρους μεγέθους
  2. 02 συστημικός
全力 ぜんりょく N2

ουσιαστικό

  1. 01 όλες οι δυνάμεις, η ενέργεια, οι προσπάθειες κάποιου, το άπαν, το έπακρο
ぜん N3

πρόθημα, ουσιαστικό

  1. 01 όλος, ολόκληρος, πλήρης, συνολικός, παν-
  2. 02 πλήρες (σύνολο), συνολικά
全国 ぜんこく N3

ουσιαστικό

  1. 01 όλη η χώρα
全滅 ぜんめつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολική καταστροφή, ολοκληρωτική καταστροφή, αφανισμός, εξόντωση
  2. 02 ολική ήττα, ολοκληρωτική αποτυχία
全体に ぜんたいに

επίρρημα

  1. 01 γενικά
全体的 ぜんたいてき

επίθετο

  1. 01 συνολικός, γενικός, στο σύνολό του
全開 ぜんかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλήρες άνοιγμα
  2. 02 τέρμα γκάζι, πλήρης ισχύς
全面的 ぜんめんてき

επίθετο

  1. 01 συνολικός, ολοκληρωτικός, γενικός, εκτεταμένος, πλήρους κλίμακας
全体で ぜんたいで

άλλο

  1. 01 συνολικά
全般 ぜんぱん N2

ουσιαστικό

  1. 01 σύνολο, ολόκληρος
  2. 02 συνολικά, γενικά, γενικώς
全裸 ぜんら

ουσιαστικό

  1. 01 εντελώς γυμνός, ολόγυμνος
全い まったい

επίθετο

  1. 01 πλήρης, ολόκληρος, τέλειος, άρτιος
  2. 02 ασφαλής
全速力 ぜんそくりょく

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρης ταχύτητα, φουλ ταχύτητα