99 αποτελέσματα για «整»

整える ととのえる N1

ρήμα

  1. 01 τακτοποιώ, συγυρίζω, διευθετώ, φτιάχνω
  2. 02 ετοιμάζω, κανονίζω, προμηθεύω, αγοράζω
  3. 03 ρυθμίζω, προσαρμόζω (π.χ. ρυθμό, τονικότητα, την αναπνοή μου)
  4. 04 διευθετώ, κανονίζω, τακτοποιώ (π.χ. μια συμφωνία, έναν γάμο)
整う ととのう N2

ρήμα

  1. 01 είμαι έτοιμος, είμαι προετοιμασμένος, τακτοποιούμαι
  2. 02 είμαι σε τάξη, μπαίνω σε τάξη, είμαι τακτοποιημένος, είμαι καλοαναλογικός, είμαι αρμονικός
  3. 03 προσαρμόζομαι, ρυθμίζομαι, εκλεπτύνομαι (π.χ. για πρόσωπο)
  4. 04 διευθετούμαι (π.χ. συμφωνία, συμβόλαιο), ολοκληρώνομαι
整理 せいり N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ταξινόμηση, διευθέτηση, οργάνωση, τακτοποίηση, ρύθμιση, προσαρμογή
  2. 02 εκκαθάριση, διακανονισμός, τακτοποίηση (π.χ. χρεών), εξόφληση
  3. 03 περικοπή, μείωση, περιορισμός, ξεκαθάρισμα
整備 せいび N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συντήρηση, επισκευή
  2. 02 διευθέτηση, ανάπτυξη, βελτίωση, προετοιμασία, παροχή, εξοπλισμός
整然 せいぜん N1

άλλο, επίρρημα

  1. 01 εύτακτος, κανονικός, συστηματικός, οργανωμένος, τακτοποιημένος, περιποιημένος, καθαρός, ακριβής
整列 せいれつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράταξη σε σειρά, σχηματισμός γραμμής, στοίχιση
整頓 せいとん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τακτοποίηση, τοποθέτηση σε τάξη, ευπρεπισμός, επιμελής τακτοποίηση
整理がつく せいりがつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 τακτοποιώ (π.χ. τις σκέψεις μου), βάζω σε τάξη
整形 せいけい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ορθοπεδική, πλαστική χειρουργική, αισθητική χειρουργική
  2. 02 εξομάλυνση (ριπών κυκλοφορίας, κλπ.), διαμόρφωση, ευθυγράμμιση
整理整頓 せいりせいとん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διατήρηση της τάξης και της οργάνωσης
整合性 せいごうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ακεραιότητα, συνέπεια, ομοιομορφία, συμμόρφωση
整地 せいち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ισοπέδωση εδάφους (για οικοδομικές εργασίες)
  2. 02 προετοιμασία εδάφους (για φύτευση)
整備士 せいびし

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανικός
整理券 せいりけん

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμημένο εισιτήριο (για τον προσδιορισμό της σειράς εξυπηρέτησης σε κατάστημα, κ.λπ.)
  2. 02 εισιτήριο ζώνης, εισιτήριο επιβίβασης, εισιτήριο λεωφορείου που εκδίδεται κατά την επιβίβαση και χρησιμοποιείται για την ένδειξη του σημείου επιβίβασης
整合 せいごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσαρμογή, συντονισμός, ενοποίηση, συμμόρφωση
整髪料 せいはつりょう

ουσιαστικό

  1. 01 προϊόν περιποίησης μαλλιών (κρέμες, τζελ κ.λπ.)
  2. 02 αμοιβή κομμωτή, χρέωση για κούρεμα
整数 せいすう N2

ουσιαστικό

  1. 01 ακέραιος
整体 せいたい

ουσιαστικό

  1. 01 σεϊτάι, χειροπρακτική θεραπεία βασισμένη σε κινεζικές και ιαπωνικές παραδόσεις, η οποία περιλαμβάνει οστεοπαθητική, μάλαξη και χειροπρακτική
整形手術 せいけいしゅじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 ορθοπεδική χειρουργική, πλαστική χειρουργική
整形外科 せいけいげか

ουσιαστικό

  1. 01 ορθοπεδική χειρουργική, ορθοπεδική
  2. 02 πλαστική χειρουργική, αισθητική χειρουργική