72 αποτελέσματα για «話»

はなし N5

ουσιαστικό

  1. 01 ομιλία, λόγος, κουβέντα, συζήτηση
  2. 02 θέμα, αντικείμενο
  3. 03 συζήτηση, διαπραγμάτευση, διαφωνία
  4. 04 φήμη, κουτσομπολιό, λόγια
  5. 05 ιστορία, διήγηση, παραμύθι
  6. 06 περιστάσεις, λεπτομέρειες
話す はなす N5

ρήμα

  1. 01 μιλώ, συνομιλώ, κουβεντιάζω
  2. 02 λέω, εξηγώ, διηγούμαι, αναφέρω, περιγράφω, συζητώ
  3. 03 μιλώ (μια γλώσσα)
話をする はなしをする

άλλο, ρήμα

  1. 01 μιλώ, συζητώ, διηγούμαι μια ιστορία
話しかける はなしかける

ρήμα

  1. 01 μιλώ (σε κάποιον), απευθύνομαι (σε κάποιον), προσεγγίζω (για να μιλήσω)
  2. 02 αρχίζω να μιλώ, αρχίζω μια συζήτηση, πιάνω κουβέντα
話題 わだい N3

ουσιαστικό

  1. 01 θέμα, αντικείμενο
  2. 02 πολυσυζητημένος, επίκαιρος, στις ειδήσεις, καυτός
話し合う はなしあう N3

ρήμα

  1. 01 συζητώ, συνομιλώ
話し合い はなしあい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συζήτηση, συνομιλία, τετ-α-τετ, διάσκεψη
話し始める はなしはじめる

ρήμα

  1. 01 αρχίζω να μιλώ
話題になる わだいになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γίνομαι θέμα συζήτησης, απασχολώ την επικαιρότητα, γίνομαι το αντικείμενο σχολίων, συζητιέμαι πολύ, γίνομαι επίκαιρος
話し声 はなしごえ

ουσιαστικό

  1. 01 φωνή ομιλίας, τόνος συζήτησης
話は別 はなしはべつ

άλλο

  1. 01 αυτό είναι άλλο θέμα, αυτό είναι άλλη ιστορία
話を振る はなしをふる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανοίγω μια συζήτηση, θίγω ένα θέμα

άλλο

  1. 01 επιμετρητής για ιστορίες, επεισόδια τηλεοπτικών σειρών κ.λπ.
話し方 はなしかた

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος ομιλίας, ύφος λόγου
話し相手 はなしあいて

ουσιαστικό

  1. 01 συνομιλητής, άτομο για κουβέντα, συντροφιά, σύμβουλος
話し込む はなしこむ

ρήμα

  1. 01 βυθίζομαι σε συζήτηση
話にならない はなしにならない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν αξίζει συζήτηση, εκτός θέματος ή πραγματικότητας
話し出す はなしだす

ρήμα

  1. 01 αρχίζω να μιλώ, ανοίγομαι
話が早い はなしがはやい

άλλο, επίθετο

  1. 01 γρήγορη διευθέτηση, κατάληξη σε άμεσο συμπέρασμα, δεν χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση, κανένα πρόβλημα
話が違う はなしがちがう

άλλο, ρήμα

  1. 01 διαφέρω από τα λεχθέντα, διαφέρω από όσα είχαν συμφωνηθεί