197 αποτελέσματα για «頭»

あたま N5

ουσιαστικό

  1. 01 κεφάλι
  2. 02 μαλλιά
  3. 03 μυαλό, νους, διάνοια
  4. 04 αρχηγός, επικεφαλής, αφεντικό, καπετάνιος
  5. 05 κορυφή, άκρη
  6. 06 αρχή, ξεκίνημα
  7. 07 κεφάλι, άτομο
  8. 08 προκαταβολή, εγγύηση
  9. 09 το άνω δομικό στοιχείο ενός κάντζι
  10. 10 ζευγάρι
頭を下げる あたまをさげる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σκύβω το κεφάλι, υποκλίνομαι
  2. 02 ζητώ συγγνώμη, απολογούμαι
  3. 03 υποκλίνομαι, υποχωρώ, θαυμάζω
頭から あたまから

επίρρημα

  1. 01 από την αρχή, χωρίς δισταγμό, αδίστακτα, κατηγορηματικά (π.χ. αρνούμαι)
  2. 02 εξ ολοκλήρου, εντελώς, πλήρως
  3. 03 μετωπικά, με το κεφάλι πρώτα
頭上 ずじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πάνω από το κεφάλι, ψηλά στον ουρανό
頭部 とうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 κεφάλι
頭を振る かぶりをふる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κουνάω το κεφάλι μου (αρνητικά)
とう

άλλο

  1. 01 επιμετρητική μονάδα για μεγάλα ζώα (π.χ. κεφάλια βοοειδών), επιμετρητική μονάδα για έντομα σε συλλογή, επιμετρητική μονάδα για κράνη, μάσκες, κ.λπ.
頭痛 ずつう N3

ουσιαστικό

  1. 01 πονοκέφαλος
頭脳 ずのう N2

ουσιαστικό

  1. 01 κεφάλι, μυαλό
  2. 02 διανοητική ικανότητα, αντίληψη
頭に浮かぶ あたまにうかぶ

άλλο, ρήμα

  1. 01 έρχομαι στο μυαλό, μου περνάει από το μυαλό
頭が痛い あたまがいたい

άλλο, επίθετο

  1. 01 έχω πονοκέφαλο
  2. 02 σπάω το κεφάλι μου, προβληματίζομαι για κάτι
頭を垂れる こうべをたれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σκύβω το κεφάλι
  2. 02 γέρνω (π.χ. τα στάχυα)
頭を悩ます あたまをなやます

άλλο, ρήμα

  1. 01 βασανίζω το μυαλό μου
頭がおかしい あたまがおかしい

άλλο, επίθετο

  1. 01 παράφρων, τρελός, στα χαμένα, εκτός εαυτού
頭をよぎる あたまをよぎる

άλλο, ρήμα

  1. 01 περνάει από το μυαλό μου, έρχεται στο νου μου
頭蓋骨 ずがいこつ

ουσιαστικό

  1. 01 κρανίο
頭がいい あたまがいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 έξυπνος, ευφυής, λαμπρός
頭に血が上る あたまにちがのぼる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γίνομαι έξαλλος, χάνω την ψυχραιμία μου, εκνευρίζομαι
頭を使う あたまをつかう

άλλο, ρήμα

  1. 01 χρησιμοποιώ το μυαλό μου, σκέφτομαι
頭が真っ白になる あたまがまっしろになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παθαίνω μπλακάουτ, πανικοβάλλομαι