179 αποτελέσματα για «転»
転嫁 てんか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετατόπιση (ευθύνης, ενοχής κ.λπ.), επιρριψη
- 02 δεύτερος γάμος, επαναγάμος
転居 てんきょ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετακόμιση, αλλαγή κατοικίας, αλλαγή διεύθυνσης
転任 てんにん N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετάθεση
転換点 てんかんてん
ουσιαστικό
- 01 σημείο καμπής, σημείο ανατροπής, σημείο μεταγωγής
転 くるり
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 γυρίζω (μια φορά)
- 02 ξαφνικά, απότομα
- 03 ολότελα (τυλιγμένος σε κάτι), γρήγορα (ξετυλίγοντας κάτι)
- 04 όμορφος, στρογγυλός (για μάτια)
- 05 αλωνιστική ράβδος (για το αλώνισμα σιτηρών)
転回 てんかい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιστροφή, περιφορά
- 02 στροφή, αναστροφή, αναστροφή πορείας
- 03 κατακόρυφο στήριγμα με κωλοτούμπα (γυμναστική)
- 04 αντιστροφή
転がし ころがし
ουσιαστικό
- 01 κύλιση αντικειμένου, ρίψη κάτω
- 02 ψάρεμα με πολλαπλά αγκίστρια σε βαρίδι
- 03 επαναλαμβανόμενη αγοραπωλησία
転戦 てんせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετακίνηση από το ένα πεδίο μάχης στο άλλο, διεξαγωγή μαχών σε διαδοχικά μέτωπα, συμμετοχή σε ποικίλες μάχες
転ける こける
ρήμα
- 01 πέφτω, καταρρέω
- 02 αποτυγχάνω (π.χ. μιας παράστασης), σημειώνω παταγώδη αποτυχία
転変 てんぺん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετάλλαξη, μεταβολή, μεταστροφή
転換期 てんかんき
ουσιαστικό
- 01 κρίσιμη καμπή, μεταβατική φάση
転位 てんい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετατόπιση, εξάρθρωση, αναδιάταξη
転科 てんか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αλλαγή ακαδημαϊκής κατεύθυνσης
転出 てんしゅつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετακόμιση (σε άλλο τόπο), αποχώρηση
- 02 μετάθεση (σε νέα θέση), μεταφορά
転送先 てんそうさき
ουσιαστικό
- 01 διεύθυνση προώθησης
転調 てんちょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετατροπία, αλλαγή τονικότητας
転げ込む ころげこむ
ρήμα
- 01 κυλάω ή πέφτω μέσα
転地 てんち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αλλαγή κλίματος, αλλαγή περιβάλλοντος
転瞬 てんしゅん
ουσιαστικό
- 01 εν ριπή οφθαλμού, στιγμή, στιγμιότυπο
転送システム てんそうシステム
ουσιαστικό
- 01 σύστημα μεταφοράς