1588 αποτελέσματα για «一»

一団 いちだん

ουσιαστικό

  1. 01 σώμα, ομάδα, παρέα, συμμορία, θίασος, τμήμα
一手 いって

ουσιαστικό

  1. 01 μία κίνηση (στο γκο, στο σόγκι κ.λπ.)
  2. 02 μοναδικός τρόπος, μοναδικό μέσο
  3. 03 εκτέλεση μόνος, προσωπική ενασχόληση, μονοπώλιο
一際 ひときわ

επίρρημα

  1. 01 ευδιάκριτα, αξιοσημείωτα, σημαντικά, εντυπωσιακά, εξέχοντα, ειδικά, ιδιαίτερα
一組 ひとくみ

ουσιαστικό

  1. 01 μία τάξη μαθητών, μία ομάδα ανθρώπων, ένα σετ αντικειμένων, ένα ζευγάρι
一人暮らし ひとりぐらし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μοναχική διαβίωση, διαμονή μόνος
一段落 いちだんらく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φτάνω σε σημείο ανάπαυλας, κατασταλάζω (πριν από το επόμενο στάδιο), φτάνω σε ένα σημείο όπου μπορεί κανείς να ξεκουραστεί, ολοκληρώνω το πρώτο στάδιο (της εργασίας)
  2. 02 μία παράγραφος
一理 いちり

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή, λόγος, επιχείρημα, κάποια αλήθεια
一閃 いっせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λάμψη (φωτός), αστραπή
  2. 02 ταχύ χτύπημα, γρήγορη αποφασιστική κίνηση
一国 いっこく

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 μία χώρα
  2. 02 ολόκληρο το έθνος, ολόκληρη η χώρα
  3. 03 πεισματάρης, ισχυρογνώμων
一周 いっしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μία περιστροφή, ένας κύκλος, ένας γύρος
一人にする ひとりにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 αφήνω κάποιον μόνο του, αφήνω κάποιον στην ησυχία του, αφήνω κάποιον στην τύχη του
一年前 いちねんまえ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 πριν από έναν χρόνο
一色 いっしょく

ουσιαστικό

  1. 01 ένα χρώμα
  2. 02 ένα είδος
  3. 03 μία τάση, η επικράτηση μίας διάθεσης, αισθήματος, επίκεντρου προσοχής κ.λπ.
一色 ひといろ

ουσιαστικό

  1. 01 ένα χρώμα
  2. 02 ένα είδος
一色 いっしき

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ένα χρώμα
  2. 02 χρήση ενός μόνο είδους φυτού (στην ικεμπάνα)
  3. 03 σοβαρός, αφοσιωμένος, ολόψυχος
一大事 いちだいじ

ουσιαστικό

  1. 01 σημαντικό ζήτημα, θέμα μείζονος σημασίας, σοβαρή υπόθεση, μεγάλο συμβάν, κατάσταση έκτακτης ανάγκης
一振り ひとふり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μία κίνηση, ένα τίναγμα (π.χ. πιπεριού)
  2. 02 ένα σπαθί
一つずつ ひとつずつ

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 ένα-ένα, το καθένα ξεχωριστά, ένα ανά φορά
一大 いちだい

ουσιαστικό

  1. 01 ένα μεγάλο..., ένα σπουδαίο...
一線 いっせん

ουσιαστικό

  1. 01 μία γραμμή, μία ενιαία γραμμή
  2. 02 όριο, σύνορο, γραμμή (ανάμεσα σε πράγματα), διάκριση
  3. 03 πρώτη γραμμή, πρωτοπορία