109 αποτελέσματα για «力»

ちから N4

ουσιαστικό

  1. 01 δύναμη, ισχύς, σφρίγος, ζωντάνια, ενέργεια
  2. 02 ικανότητα, επάρκεια, δεξιότητα
  3. 03 αποτελεσματικότητα, αποτέλεσμα
  4. 04 προσπάθεια, κόπος
  5. 05 δύναμη, εξουσία, επιρροή, μεσιτεία, καλές υπηρεσίες
  6. 06 υποστήριξη, βοήθεια, συνδρομή
  7. 07 έμφαση, τονισμός
  8. 08 μέσα, πόροι
りょく

επίθημα

  1. 01 δύναμη, ισχύς, επιδεξιότητα, ικανότητα
力強い ちからづよい N2

επίθετο

  1. 01 ισχυρός, δυνατός, δυναμικός, σθεναρός
  2. 02 καθησυχαστικός, ενθαρρυντικός
力になる ちからになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βοηθάω, είμαι χρήσιμος, είμαι αξιόπιστος, στηρίζω κάποιον
力を込める ちからをこめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βάζω τη δύναμή μου
力を入れる ちからをいれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταβάλλω προσπάθεια, καταβάλλω κόπο, βάζω δύναμη, ζορίζομαι
力が抜ける ちからがぬける

άλλο, ρήμα

  1. 01 αδυνατίζω, γίνομαι αδύναμος, χάνω τη δύναμή μου
力を貸す ちからをかす

άλλο, ρήμα

  1. 01 βοηθάω, συμπαραστέκομαι
力が入る ちからがはいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γεμίζω με δύναμη, δυναμώνω, καταβάλλω προσπάθεια, πιέζομαι, καταπονούμαι
  2. 02 ενθουσιάζομαι, έχω κέφι
  3. 03 κουράζομαι (ειρωνικά)
力を合わせる ちからをあわせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενώνω τις δυνάμεις μου, συνεργάζομαι
力を抜く ちからをぬく

άλλο, ρήμα

  1. 01 χαλαρώνω, αποβάλλω την ένταση από τους μυς μου, αφήνω το σώμα μου να γίνει χαλαρό
力任せ ちからまかせ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 με όλη τη δύναμη, καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια
力量 りきりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ικανότητα, χωρητικότητα, δυνατότητα, ταλέντο
  2. 02 σωματική δύναμη
力尽きる ちからつきる

ρήμα

  1. 01 εξαντλώ όλες τις δυνάμεις μου
  2. 02 πεθαίνω
力ずくで ちからずくで

άλλο, επίρρημα

  1. 01 με τη βία, με ωμή δύναμη
力いっぱい ちからいっぱい

άλλο, επίρρημα

  1. 01 με όλη τη δύναμη, με όλες τις δυνάμεις, όσο πιο δυνατά μπορεί κάποιος
力不足 ちからぶそく

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 έλλειψη ικανότητας, ανεπάρκεια, (όταν κάποιος είναι) εκτός των δυνατοτήτων του
力説 りきせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιμένω, τονίζω, υπογραμμίζω (ένα σημείο, ένα επιχείρημα κ.λπ.), υποστηρίζω έντονα (κάτι)
力む りきむ

ρήμα

  1. 01 σφίγγομαι, καταβάλλω προσπάθεια, ζορίζομαι, τεντώνω το σώμα μου
  2. 02 παριστάνω τον θαρραλέο, επιδεικνύω τη δύναμή μου, καμαρώνω, μπλοφάρω, καυχιέμαι
力仕事 ちからしごと

ουσιαστικό

  1. 01 χειρωνακτική εργασία, σωματική εργασία