114 αποτελέσματα για «勝»
勝手 かって N1
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 προσωπική άνεση, ο τρόπος κάποιου, εγωισμός
- 02 περιβάλλον, τρόπος δράσης
- 03 ευκολία, ευχρηστία
- 04 οικονομική κατάσταση, διαβίωση, βιοπορισμός
- 05 κουζίνα
- 06 δεξί χέρι (στην τοξοβολία), το χέρι που τραβάει τη χορδή του τόξου
- 07 μη εξουσιοδοτημένος (π.χ. εφαρμογή τηλεφώνου, ιστότοπος), ανεπίσημος
勝つ かつ N4
ρήμα
- 01 κερδίζω, νικώ
勝負 しょうぶ N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 νίκη ή ήττα
- 02 αγώνας, αναμέτρηση, παιχνίδι
勝利 しょうり N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 νίκη, θρίαμβος, κατάκτηση, επιτυχία
勝ち かち N3
ουσιαστικό
- 01 νίκη
勝 しょう
ουσιαστικό, επίθημα, άλλο
- 01 νίκη, επικράτηση
- 02 όμορφο τοπίο, γραφική τοποθεσία
- 03 επιμετρητική λέξη για νίκες
勝る まさる N1
ρήμα
- 01 υπερέχω, ξεπερνώ, υπερβαίνω, έχω το προβάδισμα, είμαι ανώτερος, συναγωνίζομαι επάξια
- 02 υπερτερώ, ζυγίζω περισσότερο
勝者 しょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 νικητής
勝敗 しょうはい N2
ουσιαστικό
- 01 νίκη ή ήττα, αποτέλεσμα (ενός παιχνιδιού, μάχης, κ.λπ.)
勝ち目 かちめ
ουσιαστικό
- 01 πιθανότητα επιτυχίας, προοπτικές, ελπίδα νίκης
勝ち誇る かちほこる
ρήμα
- 01 θριαμβεύω, νιώθω έπαρση από την επιτυχία
勝ち取る かちとる
ρήμα
- 01 κερδίζω, επιτυγχάνω, αποκτώ, εξασφαλίζω
勝算 しょうさん
ουσιαστικό
- 01 προοπτικές νίκης, πιθανότητες επιτυχίας
勝機 しょうき
ουσιαστικό
- 01 ευκαιρία για νίκη, δυνατότητα επικράτησης
勝ち目はない かちめはない
άλλο
- 01 δεν έχω καμία πιθανότητα επιτυχίας
勝ち負け かちまけ
ουσιαστικό
- 01 νίκη ή ήττα, νίκη και ήττα
勝手にしろ かってにしろ
άλλο, επιφώνημα
- 01 κάνε ό,τι θέλεις, στα κομμάτια να πας, άι παράτα με, άι στο διάολο
勝ち抜く かちぬく
ρήμα
- 01 κερδίζω διαδοχικά (π.χ. για την πρόκριση στον επόμενο γύρο), κερδίζω το ένα παιχνίδι μετά το άλλο
- 02 επιτυγχάνω την τελική νίκη, μάχομαι μέχρι τέλους και κερδίζω, αναδεικνύομαι νικητής
勝率 しょうりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό νικών
勝手口 かってぐち
ουσιαστικό
- 01 πόρτα κουζίνας, πίσω πόρτα, βοηθητική είσοδος, είσοδος προσωπικού
- 02 είσοδος του οικοδεσπότη σε δωμάτιο τελετής τσαγιού