33 αποτελέσματα για «勧»

勧める すすめる N3

ρήμα

  1. 01 συστήνω (να κάνει κάποιος κάτι), συμβουλεύω, ενθαρρύνω, παροτρύνω
  2. 02 συστήνω (ένα βιβλίο, κάποιον για μια θέση κ.λπ.), προτείνω
  3. 03 προσφέρω (ποτό, τσιγάρο, θέση κ.λπ.)
勧誘 かんゆう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόσκληση, προσέλκυση, κατήχηση, προσηλυτισμός, παρακίνηση, πειθώ, ενθάρρυνση
勧告 かんこく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμβουλή, παρότρυνση, παραίνεση, σύσταση
勧め すすめ

ουσιαστικό

  1. 01 σύσταση, συμβουλή, υπόδειξη, ενθάρρυνση
勧善懲悪 かんぜんちょうあく

ουσιαστικό

  1. 01 επιβράβευση του καλού και τιμωρία του κακού, ηθική δικαίωση
勧誘員 かんゆういん

ουσιαστικό

  1. 01 πλανόδιος πωλητής, πλασιέ, περιοδεύων πωλητής, πωλητής πόρτα-πόρτα
勧請 かんじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσευχή για την έλευση μιας θεότητας
  2. 02 τελετουργική μεταφορά μιας διαιρεμένης προστατευτικής θεότητας σε νέα τοποθεσία
勧進帳 かんじんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλογος εισφορών για την ανέγερση ή συντήρηση ναού
勧進 かんじん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έρανος για την ανέγερση ή συντήρηση ναού
勧工場 かんこうば

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική έκθεση, παζάρι, αγορά
勧業 かんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 ενθάρρυνση της βιομηχανίας
勧進元 かんじんもと

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματοδότης, υποστηρικτής
勧化 かんげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκέντρωση χρημάτων για θρησκευτικούς σκοπούς, βουδιστικό κήρυγμα
勧学 かんがく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενθάρρυνση της μάθησης
勧説 かんぜい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρακίνηση, πειθώ
勧奨 かんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενθάρρυνση, παρότρυνση
勧進相撲 かんじんずもう

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνες σούμο για τη συγκέντρωση χρημάτων (κατά την περίοδο Έντο)
勧告状 かんこくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 επιστολή συμβουλής, προειδοποιητική επιστολή
勧賞 かんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έπαινος και ενθάρρυνση
勧農 かんのう

ουσιαστικό

  1. 01 ενθάρρυνση της γεωργίας