27 αποτελέσματα για «噛»
噛む かむ N4
ρήμα
- 01 δαγκώνω
- 02 μασάω, μασουλάω, ροκανίζω
- 03 κομπιάζω, μπερδεύω τα λόγια μου, τραυλίζω
- 04 χτυπάω πάνω σε, σκάω (στην ακτή)
- 05 κουμπώνω, συμπλέκω, εφαρμόζω
- 06 εμπλέκομαι σε, αναμειγνύομαι σε
- 07 πείθω
噛む しがむ
ρήμα
- 01 μασώ δυνατά
噛み締める かみしめる
ρήμα
- 01 μασώ καλά, δαγκώνω (π.χ. το χείλος μου)
- 02 στοχάζομαι, εμπεδώνω
噛み合う かみあう
ρήμα
- 01 συμπλέκω (για γρανάζια, οδοντωτούς τροχούς κ.λπ.), εμπλέκομαι μεταξύ μου, συναντώμαι (για τα δόντια), συγκλίνω
- 02 δαγκώνομαι
- 03 βρίσκομαι στο ίδιο μήκος κύματος, συντονίζομαι
噛み砕く かみくだく
ρήμα
- 01 μασώ, θρυμματίζω με τα δόντια
- 02 απλουστεύω, εξηγώ με απλά λόγια
噛み付く かみつく
ρήμα
- 01 δαγκώνω, επιτίθεμαι με τα δόντια
- 02 επιπλήττω έντονα, ξεσπώ εναντίον κάποιου, βάζω τις φωνές
噛み殺す かみころす
ρήμα
- 01 καταπνίγω (ένα χαμόγελο, ένα χασμουρητό κ.λπ.), συγκρατώ
- 02 δαγκώνω μέχρι θανάτου
噛み切る かみきる N1
ρήμα
- 01 δαγκώνω και κόβω, κατατρώγω
噛み千切る かみちぎる
ρήμα
- 01 δαγκώνω και κόβω
噛み潰す かみつぶす
ρήμα
- 01 μασώ, πολτοποιώ με τα δόντια
噛ます かます
ρήμα
- 01 αναγκάζω κάποιον να δαγκώσει, εισάγω κάτι στο στόμα κάποιου (π.χ. φίμωτρο)
- 02 σφηνώνω σε έναν χώρο
- 03 καταφέρω ένα χτύπημα, δίνω μια γροθιά
- 04 λέω ένα αστείο, κάνω μια βλακεία, επιχειρώ μια μπλόφα
噛み噛み かみかみ
επίρρημα
- 01 ενώ μπερδεύει κάποιος τα λόγια του, με τραυλισμό
噛ませ犬 かませいぬ
ουσιαστικό
- 01 καμασέινού, πρόσωπο που υποδύεται τον αντίπαλο σε μια αναμέτρηση ενώ στην πραγματικότητα δεν έχει καμία πιθανότητα νίκης
噛み応え かみごたえ
ουσιαστικό
- 01 μασητική υφή, υφή που απαιτεί μάσημα
噛み傷 かみきず
ουσιαστικό
- 01 σημάδι δαγκωματιάς, δάγκωμα
噛んで吐き出すように かんではきだすように
άλλο
- 01 απότομα, με δυσαρεστημένο τρόπο
噛み分ける かみわける
ρήμα
- 01 γεύομαι, διακρίνω, κατανοώ
噛みこなす かみこなす
ρήμα
- 01 μασώ καλά, μασώ πλήρως
- 02 κατανοώ, χωνεύω (π.χ. μια ιδέα), αντιλαμβάνομαι πλήρως
噛みしだく かみしだく
ρήμα
- 01 συνθλίβω με τα δόντια, μασώ
- 02 απλοποιώ
噛み合わせ かみあわせ
ουσιαστικό
- 01 σύγκλειση, δάγκωμα
- 02 εμπλοκή, σύμπλεξη (γραναζιών)