174 αποτελέσματα για «思»
思う おもう N4
ρήμα
- 01 σκέφτομαι, θεωρώ, πιστεύω, υπολογίζω
- 02 σκέφτομαι (να κάνω κάτι), σκοπεύω (να κάνω κάτι)
- 03 κρίνω, αξιολογώ, θεωρώ
- 04 φαντάζομαι, υποθέτω, ονειρεύομαι
- 05 περιμένω, προσδοκώ, ανυπομονώ
- 06 αισθάνομαι, βρίσκομαι (σε ψυχική κατάσταση), επιθυμώ, θέλω
- 07 νοιάζομαι (βαθιά), ποθώ, ανησυχώ, αγαπώ
- 08 ανακαλώ, θυμάμαι
思い おもい
ουσιαστικό, επίθημα
- 01 σκέψη
- 02 φαντασία, νους, καρδιά
- 03 επιθυμία, ευχή, ελπίδα, προσδοκία
- 04 αγάπη, στοργή
- 05 συναισθήματα, συγκίνηση, αίσθημα, εμπειρία
思い出す おもいだす N4
ρήμα
- 01 ανακαλώ, θυμάμαι, αναπολώ
思考 しこう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σκέψη, συλλογισμός, στοχασμός
思いつく おもいつく
ρήμα
- 01 σκέφτομαι, μου έρχεται μια ιδέα, μου έρχεται στο μυαλό
- 02 θυμάμαι, ανακαλώ στη μνήμη
思い出 おもいで N3
ουσιαστικό
- 01 ανάμνηση, αναπόληση
思い切る おもいきる
ρήμα
- 01 εγκαταλείπω, παραιτούμαι (από κάθε σκέψη), απελπίζομαι
- 02 αποφασίζω, παίρνω μια απόφαση
思うように おもうように
άλλο, επίρρημα
- 01 όπως επιθυμώ, όπως θέλω, ικανοποιητικά
思いっきり おもいっきり
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 όσο θέλω, με την ψυχή μου, με όλη μου τη δύναμη, στο έπακρο, με αποφασιστικότητα, δυνατά, έντονα
- 02 απόφαση, αποφασιστικότητα, αποδοχή
思い込む おもいこむ N2
ρήμα
- 01 πείθομαι (ότι), έχω την εντύπωση (ότι), είμαι σίγουρος (ότι), υποθέτω (ότι)
- 02 αποφασίζω, παίρνω απόφαση, είμαι αποφασισμένος (να κάνω κάτι)
- 03 έχω εμμονή (με μια σκέψη, ιδέα κ.λπ.), σκέφτομαι εμμονικά
思い浮かべる おもいうかべる
ρήμα
- 01 θυμάμαι, ανακαλώ, φέρνω στον νου
- 02 φαντάζομαι, σχηματίζω εικόνα στο μυαλό μου, οραματίζομαι, απεικονίζω (νοερά)
思い返す おもいかえす
ρήμα
- 01 ξανασκέφτομαι, αναπολώ, θυμάμαι, αλλάζω γνώμη
思惑 おもわく
ουσιαστικό
- 01 προσδοκία, αναμονή, πρόβλεψη, υπολογισμοί
- 02 σκοπός, πρόθεση, κίνητρο, απώτερος σκοπός
- 03 άποψη των άλλων
- 04 εικασία
思想 しそう N3
ουσιαστικό
- 01 σκέψη, ιδέα, ιδεολογία
思い知る おもいしる
ρήμα
- 01 γνωρίζω, αντιλαμβάνομαι, συνειδητοποιώ, κατανοώ
思い浮かぶ おもいうかぶ
ρήμα
- 01 μου έρχεται στο νου, μου θυμίζει
思案 しあん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσεκτική σκέψη, εξέταση, περίσκεψη, αναστοχασμός, περισυλλογή, συλλογισμός
思い当たる おもいあたる
ρήμα
- 01 ξαφνικά καταλαβαίνω, συνειδητοποιώ (ιδιαίτερα με βάση την εμπειρία ή τη μνήμη), μου έρχεται στο μυαλό, θυμάμαι (αστραπιαία), μου θυμίζει, φέρνω στο νου, σκέφτομαι, βρίσκω την απάντηση, ανακαλύπτω, συλλαμβάνω την ουσία ενός προβλήματος
思い切り おもいきり N2
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 με την ψυχή μου, όσο θέλω, όσο μπορώ, με όλες μου τις δυνάμεις, στο έπακρο, με αποφασιστικότητα, σκληρά, πολύ
- 02 απόφαση, αποφασιστικότητα, παραίτηση (από δισταγμούς), αποδοχή (της κατάστασης)
思い描く おもいえがく
ρήμα
- 01 φαντάζομαι, αναπαριστώ στο μυαλό μου, σχηματίζω εικόνα, οραματίζομαι