89 αποτελέσματα για «散»

散る ちる N3

ρήμα

  1. 01 πέφτω (π.χ. άνθη, φύλλα)
  2. 02 σκορπίζω, διασκορπίζομαι
  3. 03 εξαφανίζομαι, διαλύομαι
  4. 04 απλώνομαι, τρέχω (π.χ. χρώματα), θολώνω
  5. 05 πεθαίνω ένδοξα, πεθαίνω με τιμή
散歩 さんぽ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περίπατος, βόλτα
散々 さんざん

επίθετο, επίρρημα

  1. 01 εντελώς, πλήρως, απόλυτα
  2. 02 άσχημα, σκληρά, φρικτά, άθλια, δυστυχώς
  3. 03 διασκορπισμένος, αποσυνδεδεμένος, κομματιασμένος σε μικρά κομμάτια
散らばる ちらばる

ρήμα

  1. 01 σκορπίζομαι, διασκορπίζομαι, είμαι γεμάτος (με πεταμένα πράγματα)
散らす ちらす N3

ρήμα, επίθημα

  1. 01 σκορπίζω, διασκορπίζω, προκαλώ βροχή από
  2. 02 διασκορπίζω, διαλύω, διανέμω, μοιράζω, απλώνω, διαδίδω
  3. 03 επιλύω (π.χ. ένα σύμπτωμα, μια κατάσταση), ανακουφίζω, απαλύνω, απαλλάσσομαι, ξεφορτώνομαι, θεραπεύω
  4. 04 αποσπώ την προσοχή, εκτρέπω
  5. 05 κάνω κάτι άτακτα (δηλαδή χωρίς τάξη ή συχνά), το κάνω παντού
散乱 さんらん

ουσιαστικό, άλλο, ρήμα

  1. 01 διασπορά, διασκορπισμός, εξάπλωση, διάχυση
散らかる ちらかる N2

ρήμα

  1. 01 είμαι ακατάστατος, είμαι σκορπισμένος τριγύρω
散策 さんさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περίπατος, βόλτα, περιπλάνηση, περιδιάβαση, εξερεύνηση
散らかす ちらかす N2

ρήμα

  1. 01 σκορπίζω, ακαταστατώ, δημιουργώ χάος
散開 さんかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάπτυξη, διασπορά, διασκορπισμός
散り散り ちりぢり

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 διασκορπισμένος, χωρισμένος, διαλυμένος
ばら

ουσιαστικό

  1. 01 ασυσκεύαστα αντικείμενα (που δεν είναι πακεταρισμένα με άλλα), προϊόντα χύμα, μεμονωμένα είδη
  2. 02 κέρματα, ψιλά
散弾 さんだん

ουσιαστικό

  1. 01 σκάγια, σφαιρίδια
散りばめる ちりばめる

ρήμα

  1. 01 ενθετώ, τοποθετώ, διακοσμώ με πολύτιμους λίθους, κατασπείρω (π.χ. έναστρος ουρανός)
散漫 さんまん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αόριστος, ασύνδετος, αφηρημένος, χαλαρός, επιπόλαιος, διάχυτος, διασκορπισμένος
散布 さんぷ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διασπορά, διασκόρπιση, ράντισμα, ψεκασμός
散財 さんざい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σπάταλη δαπάνη, άσκοπη σπατάλη, ξόδεμα χρημάτων με αφθονία, κατασπατάληση
散見 さんけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμφανίζομαι κατά τόπους, εντοπίζομαι σε διάφορα σημεία
散発的 さんぱつてき

επίθετο

  1. 01 σποραδικός
散弾銃 さんだんじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κυνηγετικό όπλο