25 αποτελέσματα για «架»

架空 かくう N2

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 φανταστικός, επινοημένος, πλασματικός
  2. 02 εναέριος, υπέργειος

ουσιαστικό

  1. 01 ράφι, βάση, υποστήριγμα
架ける かける

ρήμα

  1. 01 αναρτώ μεταξύ δύο σημείων, χτίζω (γέφυρα κ.λπ.), τοποθετώ πάνω σε κάτι (π.χ. τα πόδια πάνω στο τραπέζι)
架かる かかる

ρήμα

  1. 01 εκτείνομαι, γεφυρώνω, διασχίζω, καλύπτω
架橋 かきょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γεφυροποιία, κατασκευή γέφυρας
  2. 02 γέφυρα
  3. 03 γεφύρωση (π.χ. του χάσματος μεταξύ θεωρίας και πράξης)
  4. 04 διασταυρούμενη σύνδεση
架け橋となる かけはしとなる

άλλο, ρήμα

  1. 01 λειτουργώ ως γέφυρα (π.χ. πολιτισμικά χάσματα, τεχνικές διαφορές κ.λπ.), φέρνω σε επαφή
架台 かだい

ουσιαστικό

  1. 01 βάση, πλαίσιο, αντέρεισμα
架線 かせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εναέρια γραμμή μεταφοράς ενέργειας, εναέρια καλωδίωση
  2. 02 εναέρια γραμμή (για τρένα, τραμ κ.λπ.), εναέριο σύρμα
架する かする

ρήμα

  1. 01 γεφυρώνω (π.χ. ένα ρέμα με γέφυρα)
架設 かせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατασκευή, ανέγερση
架空請求 かくうせいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ψευδές τιμολόγιο, εικονική χρέωση
架電 かでん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πραγματοποίηση τηλεφωνήματος, κλήση, πληκτρολόγηση αριθμού
架上 かじょう

ουσιαστικό

  1. 01 στο ράφι
架空取引 かくうとりひき

ουσιαστικό

  1. 01 εικονική συναλλαγή, ψευδής συναλλαγή
架空請求詐欺 かくうせいきゅうさぎ

ουσιαστικό

  1. 01 απάτη που βασίζεται στην απαίτηση πληρωμής για ψευδείς αξιώσεις ή ανύπαρκτους λογαριασμούς
架構 かこう

ουσιαστικό

  1. 01 σκελετός, πλαίσιο, κατασκευή
架工歯 かこうし

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνητό δόντι, γέφυρα (στοματική)
架間 かかん

ουσιαστικό

  1. 01 μεταξύ εξοπλισμού
架装 かそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αξεσουάρ, προαιρετικός εξοπλισμός εργοστασίου
  2. 02 μετατροπή, εξατομίκευση οχήματος
架工義歯 かこうぎし

ουσιαστικό

  1. 01 γέφυρα, οδοντική γέφυρα