197 αποτελέσματα για «横»

よこ N5

ουσιαστικό

  1. 01 οριζόντιος (σε αντίθεση με κάθετος)
  2. 02 κατά πλάτος (σε αντίθεση με εμπρός-πίσω), πλάτος, εύρος
  3. 03 πλευρά (κουτιού κ.λπ.)
  4. 04 δίπλα, παράμερα, στην άκρη
  5. 05 ασύνδετος
横たわる よこたわる

ρήμα

  1. 01 ξαπλώνω, απλώνω, τεντώνω
  2. 02 ελλοχεύω, κείμαι (ως κίνδυνος, δυσκολία), παραμονεύω, καρτερώ
横顔 よこがお

ουσιαστικό

  1. 01 προφίλ, πρόσωπο από το πλάι, πλάγια όψη προσώπου
  2. 02 προσωπικό προφίλ, σύντομη βιογραφία, περίγραμμα (της ζωής κάποιου)
横目 よこめ

ουσιαστικό

  1. 01 λοξή ματιά, πλάγια ματιά, κλεφτή ματιά
  2. 02 κοντή ίνα (χαρτιού)
  3. 03 ριζικό κάντζι "δίχτυ" στην κορυφή
横になる よこになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξαπλώνω
横から よこから

άλλο

  1. 01 από το πλάι, από την πλευρά
  2. 02 από κάποιον άσχετο, από κάποιον που δεν εμπλέκεται
横切る よこぎる N3

ρήμα

  1. 01 διασχίζω (π.χ. δρόμο), περνώ κάθετα
横浜 よこはま

ουσιαστικό

  1. 01 Γιοκοχάμα (πόλη)
横たえる よこたえる

ρήμα

  1. 01 ξαπλώνω, τοποθετώ οριζόντια
  2. 02 φέρω στο πλάι (σπαθί, κ.λπ.)
横暴 おうぼう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 βία, καταπίεση, αυθαιρεσία, τυραννία, δεσποτισμός
横を向く よこをむく

άλλο, ρήμα

  1. 01 κοιτάζω αλλού, στρέφω το βλέμμα μακριά
横取り よこどり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αρπαγή, κλοπή, κατάσχεση, σφετερισμός
横に よこに

επίρρημα

  1. 01 οριζόντια, επίπεδα
  2. 02 κατά πλάτος, εγκάρσια, πλάγια, παραπλεύρως
横断 おうだん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάσχιση (ενός δρόμου, ποταμού κ.λπ.), διέλευση, διασταύρωση (π.χ. σιδηροδρομικής γραμμής)
  2. 02 διάσχιση (ανατολικά-δυτικά), διαπέραση, ταξίδι κατά πλάτος, πτήση πάνω από (π.χ. τον Ειρηνικό), πλεύση κατά πλάτος
  3. 03 οριζόντια κοπή, πλάγια διατομή
横向き よこむき

ουσιαστικό

  1. 01 στροφή στο πλάι, οριζόντιος προσανατολισμός
横合い よこあい

ουσιαστικό

  1. 01 πλευρά, πλάι
  2. 02 θέση εκτός των πραγμάτων, εξωτερική θέση, περιθώριο
横柄 おうへい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αλαζονικός, υπεροπτικός, αυθάδης
横薙ぎ よこなぎ

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγια σάρωση, οριζόντιο θέρισμα
横倒し よこだおし

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγια πτώση, ανατροπή προς το πλάι
横領 おうりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπεξαίρεση, κατάχρηση, σφετερισμός