62 αποτελέσματα για «泣»
泣く なく N4
ρήμα
- 01 κλαίω, δακρύζω, λυγμώ
- 02 υποφέρω (από), ταλαιπωρούμαι (από), αντιμετωπίζω δυσκολίες
- 03 αποδέχομαι (ένα παράλογο αίτημα, μια απώλεια κ.λπ.), κάνω κάτι απρόθυμα, κάνω θυσίες
- 04 δεν είμαι αντάξιος του ονόματος, σπιλώνεται (για φήμη), χαλάω, ντροπιάζομαι
- 05 θρηνώ, οδύρομαι, μοιρολογώ
泣き声 なきごえ
ουσιαστικό
- 01 κλάμα (π.χ. μωρού), λυγμός, παραπονιάρικο κλάμα
- 02 δακρυσμένη φωνή, κλαψιάρικη φωνή
泣き出す なきだす
ρήμα
- 01 ξεσπάω σε κλάματα, αρχίζω να κλαίω, συγκινούμαι (και κλαίω)
泣き叫ぶ なきさけぶ
ρήμα
- 01 κραυγάζω, ουρλιάζω από το κλάμα
泣きじゃくる なきじゃくる
ρήμα
- 01 λυγίζω από το κλάμα, κλαίω ασταμάτητα, ξεσπάω σε λυγμούς
泣き なき
ουσιαστικό
- 01 κλάμα, θρήνος
泣かす なかす
ρήμα
- 01 προκαλώ κάποιον να κλάψει, συγκινώ κάποιον μέχρι δακρύων
- 02 θλίβω
泣き顔 なきがお
ουσιαστικό
- 01 πρόσωπο που κλαίει, δακρυσμένο πρόσωπο
泣き言 なきごと
ουσιαστικό
- 01 παράπονο, γκρίνια
泣き虫 なきむし
ουσιαστικό
- 01 κλαψιάρης, κλαψιάρα
泣き止む なきやむ
ρήμα
- 01 σταματώ να κλαίω, ξεσπάω στο κλάμα μέχρι να ηρεμήσω
泣き崩れる なきくずれる
ρήμα
- 01 καταρρέω κλαίγοντας
泣き笑い なきわらい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γελώ μέσα από τα δάκρυα, γελαστό κλάμα
- 02 εναλλαγή γέλιου και κλάματος, δάκρυα και γέλια, χαρά και λύπη
泣き喚く なきわめく
ρήμα
- 01 ολολύζω, κλαίω με λυγμούς, φωνάζω δυνατά, κραυγάζω ενώ κλαίω
泣き始める なきはじめる
ρήμα
- 01 αρχίζω να κλαίω
泣く泣く なくなく
επίρρημα
- 01 δακρυσμένα, με δάκρυα, κλαίγοντας
- 02 απρόθυμα, παρά τη θέλησή μου, με βαριά καρδιά
泣き寝入り なきねいり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κοιμάμαι κλαίγοντας
- 02 παραιτούμαι από απογοήτευση, αποδέχομαι παθητικά, αναγκάζομαι να συμβιβαστώ με μια κατάσταση
泣きべそ なきべそ
ουσιαστικό
- 01 παραμορφωμένο πρόσωπο που είναι έτοιμο να βάλει τα κλάματα
泣きはらす なきはらす
ρήμα
- 01 κλαίω με αναφιλητά μέχρι να πρηστούν τα μάτια μου, προκαλώ πρήξιμο στα μάτια από το πολύ κλάμα
泣かせ なかせ
ουσιαστικό
- 01 πηγή αναστάτωσης, βάσανο, διαρκές πρόβλημα