199 αποτελέσματα για «流»

流れる ながれる N3

ρήμα

  1. 01 ρέω, κυλάω (για υγρό, χρόνο κ.λπ.), απλώνομαι (για μελάνι)
  2. 02 παρασύρομαι, ξεπλένομαι, μεταφέρομαι
  3. 03 παρασύρομαι, επιπλέω (π.χ. για σύννεφα), περιπλανιέμαι, περιφέρομαι
  4. 04 διαδίδομαι, εξαπλώνομαι (π.χ. για φήμη, φωτιά), κυκλοφορώ
  5. 05 ακούγομαι (π.χ. για μουσική), παίζομαι
  6. 06 παραδίδομαι, υποκύπτω (π.χ. στην οκνηρία, στην απελπισία)
  7. 07 περνάω, παρέρχομαι, μεταδίδομαι
  8. 08 ματαιώνομαι, ακυρώνομαι, χάνομαι
  9. 09 εξαφανίζομαι, αφαιρούμαι, απομακρύνομαι
流す ながす N3

ρήμα, επίθημα

  1. 01 αδειάζω, χύνω, τρέχω, αφήνω να κυλήσει, ξεπλένω, χύνω (αίμα, δάκρυα), διαρρέω
  2. 02 επιπλέω (π.χ. κορμούς σε ποτάμι), αφήνω να παρασυρθεί
  3. 03 ξεπλένω, παρασύρω, σαρώνω
  4. 04 εκπέμπω, παίζω (π.χ. μουσική από μεγάφωνο), στέλνω (ρεύμα μέσω καλωδίου)
  5. 05 κυκλοφορώ (μια φήμη, πληροφορίες κ.λπ.), διαδίδω, διανέμω
  6. 06 κάνω πιάτσα (για ταξί), περιφέρομαι (αναζητώντας πελάτες, κοινό κ.λπ.), πηγαίνω από μέρος σε μέρος
  7. 07 ακυρώνω (ένα σχέδιο, συνάντηση κ.λπ.), ματαιώνω, απορρίπτω (π.χ. ένα νομοσχέδιο)
  8. 08 καταπίπτω (ένα ενέχυρο), χάνω
  9. 09 κάνω χαλαρά (π.χ. τρέξιμο, κολύμπι), κάνω με ευκολία, κάνω αβίαστα
  10. 10 εξορίζω, διώχνω
  11. 11 χτυπάω (την μπάλα) στην απέναντι πλευρά του γηπέδου
  12. 12 κάνω απρόσεκτα, κάνω χωρίς συγκέντρωση, βάζω λίγη προσπάθεια
  13. 13 προκαλώ αποβολή, κάνω έκτρωση
流れ ながれ N3

ουσιαστικό

  1. 01 ροή (υγρού ή αερίου), ρεύμα
  2. 02 ροή (ανθρώπων, πραγμάτων), πέρασμα (του χρόνου), τάση, ρεύμα
  3. 03 πορεία (γεγονότων), διαδικασία, εξέλιξη
  4. 04 ομάδα ανθρώπων, πυρήνας (που διατηρείται μετά από ένα γεγονός)
  5. 05 καταγωγή, γενεαλογία, σχολή, ρεύμα
  6. 06 κατάσχεση, δήμευση, εκποίηση
  7. 07 ακύρωση, ματαίωση
  8. 08 περιπλάνηση, περιφορά, παρασυρμός
りゅう

επίθημα

  1. 01 τρόπος, ύφος, στιλ, μόδα
  2. 02 σχολή (π.χ. ικεμπάνα)
  3. 03 τάξη, κατηγορία, βαθμός, θέση
  4. 04 ροή, ρεύμα

ουσιαστικό

  1. 01 εξορία (η δεύτερη βαρύτερη από τις πέντε τιμωρίες του συστήματος ριτσουριό)
流れ込む ながれこむ

ρήμα

  1. 01 εισρέω, χύνομαι μέσα
流行 りゅうこう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μόδα, τάση, συρμός, μανία, φρενίτιδα, δημοτικότητα
  2. 02 επικράτηση (μιας ασθένειας), επιδημία
流行る はやる N3

ρήμα

  1. 01 είμαι δημοφιλής, γίνομαι της μόδας
  2. 02 επικρατώ, εξαπλώνομαι ευρέως (π.χ. ασθένεια), είμαι ενδημικός
  3. 03 ακμάζω, ευημερώ
流し込む ながしこむ

ρήμα

  1. 01 χύνω μέσα, καταπίνω αμάσητο (φαγητό)
  2. 02 εισάγω (π.χ. σε μια ροή δεδομένων), ενσωματώνω
流石に さすがに

επίρρημα

  1. 01 όπως αναμενόταν, φυσικά, πράγματι
  2. 02 παρ' όλα αυτά, κι όμως, τελικά
流石 さすが N2

επίρρημα, επίθετο

  1. 01 όπως αναμενόταν, ακριβώς όπως θα περίμενε κανείς, αντάξιος της φήμης κάποιου
  2. 02 παρ' όλα αυτά, παρ' όλα ταύτα, τελικά
  3. 03 ακόμα και (π.χ. ακόμα και μια ιδιοφυΐα)
流れ落ちる ながれおちる

ρήμα

  1. 01 ρέω προς τα κάτω, κυλάω προς τα κάτω, κατεβαίνω ρέοντας
流通 りゅうつう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κυκλοφορία (χρήματος, αγαθών κ.λπ.), διανομή
  2. 02 κυκλοφορία (αέρα, νερού κ.λπ.), εξαερισμός, ροή
流れ出す ながれだす

ρήμα

  1. 01 ρέω έξω, ξεχύνομαι, αναβλύζω, διαρρέω, στάζω, παρασύρομαι
流れ出る ながれでる

ρήμα

  1. 01 ρέω έξω, ξεχύνομαι, αναβλύζω, εκρέω, διαρρέω, τρέχω, παρασύρομαι
流し ながし N1

ουσιαστικό

  1. 01 νεροχύτης (π.χ. στην κουζίνα)
  2. 02 περιπολία (π.χ. ταξί), περιπλανώμενος (καλλιτέχνης, μουσικός κ.λπ.)
  3. 03 χώρος πλυσίματος (σε λουτρό ιαπωνικού τύπου)
  4. 04 υπηρεσία πλυσίματος πλάτης (σε δημόσιο λουτρό)
  5. 05 επιπλεύση (κάτι στο νερό), αφήσιμο στο ρεύμα του νερού, ξέπλυμα
流出 りゅうしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκροή, απορροή, διαρροή, χύσιμο, απαλλαγή, αιμορραγία (π.χ. μελανιού σε χαρτί)
  2. 02 εκροή (ανθρώπων, κεφαλαίου κ.λπ.), φυγή (χρυσού, ταλέντων κ.λπ. από μια χώρα), διαρροή (π.χ. προσωπικών δεδομένων)
流石は さすがは

άλλο

  1. 01 όπως ήταν αναμενόμενο, όπως ακριβώς θα περίμενε κανείς από κάποιον, αντάξιος της φήμης κάποιου
流星 りゅうせい

ουσιαστικό

  1. 01 διάττων αστέρας, πεφταστέρι
流儀 りゅうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος (ενέργειας), μέθοδος, στυλ, ύφος
  2. 02 σχολή (ανθοδετικής, τελετής τσαγιού κ.λπ.), ρυθμός, σύστημα