118 αποτελέσματα για «満»
満足 まんぞく N3
ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα
- 01 ικανοποίηση, ευχαρίστηση, πληρότητα
- 02 επαρκής, ικανοποιητικός, αρκετός, κατάλληλος, σωστός, πρέπων, αξιοπρεπής
- 03 ικανοποιώ (μια εξίσωση)
満ちる みちる N3
ρήμα
- 01 γεμίζω, πληρούμαι, ξεχειλίζω
- 02 γεμίζω (για το φεγγάρι)
- 03 ανεβαίνω (για την παλίρροια), εισρέω
- 04 λήγω (για περίοδο χρόνου), ωριμάζω, τελειώνω
満たす みたす N1
ρήμα
- 01 ικανοποιώ (συνθήκες, την όρεξη κάποιου κ.λπ.), ανταποκρίνομαι (π.χ. σε απαιτήσεις), εκπληρώνω, ευχαριστώ
- 02 γεμίζω (π.χ. ένα φλιτζάνι), συσκευάζω, προμηθεύω, παρέχω
満面 まんめん
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 ολόκληρο το πρόσωπο
- 02 με έκφραση που καλύπτει όλο το πρόσωπο
満つ みつ
ρήμα
- 01 γεμίζω
- 02 αυξάνομαι (για τη σελήνη)
- 03 ανεβαίνω (για την παλίρροια)
- 04 ωριμάζω, λήγω
満喫 まんきつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χορταίνω (φαγητό ή ποτό), τρώω ή πίνω όσο τραβάει η ψυχή μου
- 02 απολαμβάνω στο έπακρο
満月 まんげつ N1
ουσιαστικό
- 01 πανσέληνος
満々 まんまん
άλλο, επίρρημα
- 01 γεμάτος, ξεχειλισμένος
満点 まんてん N2
ουσιαστικό
- 01 άριστα, πλήρης βαθμολογία
- 02 τέλειος, απόλυτα ικανοποιητικός, εξαιρετικός
満 まん
ουσιαστικό, πρόθημα
- 01 γεμάτος, πλήρης
- 02 συμπληρωμένα έτη (π.χ. κατά τον υπολογισμό ηλικίας)
- 03 πλήρης (έτη, μήνες κ.λπ.)
- 04 Μαντζουρία
満載 まんさい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλήρες φορτίο, φόρτωση στο μέγιστο της χωρητικότητας, μεταφορά πλήρους φορτίου
- 02 κατάμεστος (με άρθρα, φωτογραφίες κ.λπ. σε εφημερίδα ή περιοδικό)
- 03 γεμάτος από (π.χ. διασκέδαση, ενθουσιασμό)
満ち溢れる みちあふれる
ρήμα
- 01 είμαι γεμάτος από κάτι (π.χ. περιπέτεια, νιότη, ενέργεια), ξεχειλίζω από
満足感 まんぞくかん
ουσιαστικό
- 01 αίσθημα ικανοποίησης
満腹 まんぷく
ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο
- 01 γεμάτο στομάχι, το να χορταίνει κανείς, το να τρώει μέχρι κορεσμού
- 02 πλήρης, ολοκληρωμένος, γεμάτος, ειλικρινής, από καρδιάς
満開 まんかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλήρης άνθιση (ιδιαίτερα των κερασιών), ανθισμένος στο έπακρο
満身創痍 まんしんそうい
ουσιαστικό
- 01 γεμάτος πληγές σε όλο το σώμα, κατάστικτος από τραύματα
- 02 υφίσταμαι δριμεία κριτική, δέχομαι καταιγισμό επικρίσεων
満ち足りる みちたりる
ρήμα
- 01 είμαι ικανοποιημένος, έχω αρκετά, είμαι ευτυχισμένος, είμαι επαρκής, είμαι χορτασμένος
- 02 ανεβαίνω (για την παλίρροια)
満悦 まんえつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μεγάλη ευχαρίστηση, μεγάλη ικανοποίηση, έκσταση
満天 まんてん
ουσιαστικό
- 01 ολόκληρος ο ουρανός, το στερέωμα, ο ουράνιος θόλος
満員 まんいん N2
ουσιαστικό
- 01 κατάμεστος, χωρίς διαθεσιμότητα, εξαντλημένα εισιτήρια, μόνο όρθιοι, γεμάτος (από κόσμο), συνωστισμένος