941 αποτελέσματα για «無»

無理 むり N4

επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα, επιφώνημα

  1. 01 παράλογος, αφύσικος, αδικαιολόγητος
  2. 02 αδύνατος
  3. 03 βίαιος, αναγκαστικός, υποχρεωτικός
  4. 04 υπερβολικός (π.χ. για δουλειά), υπέρμετρος, αμέτριος
  5. 05 υπερκοπιάζω, προσπαθώ υπερβολικά
  6. 06 αποκλείεται, δεν γίνεται, ούτε λόγος, ποτέ, στα όνειρά σου
  7. 07 παράλογος, άλογος
無事 ぶじ N3

ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα

  1. 01 ασφάλεια, ειρήνη, γαλήνη, ησυχία
  2. 02 με ασφάλεια, χωρίς απρόοπτα, επιτυχώς
  3. 03 καλή υγεία
  4. 04 αδράνεια, απραξία, πλήξη, ανία
無視 むし N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγνόηση, παράβλεψη
無駄 むだ N3

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ματαιότητα, σπατάλη, αχρηστία, άσκοπο, αδράνεια
無い ない

επίθετο, άλλο

  1. 01 ανύπαρκτος, δεν είμαι (εκεί)
  2. 02 αδέσποτος, δεν έχω
  3. 03 μοναδικός
  4. 04 όχι, αδύνατος, δεν θα συμβεί
  5. 05 όχι, δεν
  6. 06 δεν είμαι, δεν έχω
無言 むごん N1

ουσιαστικό

  1. 01 σιωπή, αφωνία
無意識 むいしき

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ασυνειδησία
  2. 02 ασυνείδητος, ακούσιος, αυτόματος, μηχανικός, άθελος, αυθόρμητος
  3. 03 το ασυνείδητο
N3

ουσιαστικό, πρόθημα

  1. 01 τίποτα, μηδέν
  2. 02 α-, αν-, μη-
無数 むすう N2

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αναρίθμητος, αμέτρητος
無茶 むちゃ N1

επίθετο, ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 παράλογος, αβάσιμος, γελοίος
  2. 02 απερίσκεπτος, βιαστικός, ριψοκίνδυνος
  3. 03 υπερβολικός, άμετρος, ακραίος
  4. 04 πολύ, εξαιρετικά, υπερβολικά
無理やり むりやり

επίρρημα

  1. 01 βίαια, με τη βία, παρά τη θέληση κάποιου
無表情 むひょうじょう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 έλλειψη έκφρασης, έλλειψη συναισθήματος, ανέκφραστο βλέμμα
無論 むろん N1

επίρρημα

  1. 01 φυσικά, βέβαια, ασφαλώς, οπωσδήποτε, αυτονόητα
無邪気 むじゃき N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αθώος, αφελής, αγαθός, απλοϊκός
無意味 むいみ N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ανοησία, χωρίς νόημα, ανούσιος
無限 むげん N2

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 απειρία, αιωνιότητα
  2. 02 άπειρος, απεριόριστος
無力 むりょく

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αδυναμία, αβοηθησία, ανικανότητα, αναποτελεσματικότητα
無関係 むかんけい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 άσχετος
無くなる なくなる N4

ρήμα

  1. 01 χάνομαι (π.χ. αποσκευές), λείπω
  2. 02 εξαντλούμαι, τελειώνω, καταναλώνομαι, μηδενίζομαι, δεν συμβαίνω πια
  3. 03 εξαφανίζομαι (π.χ. πόνος), χάνομαι (π.χ. ένα όνειρο, η εμπιστοσύνη)
無防備 むぼうび

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ανυπεράσπιστος, απροστάτευτος, ευάλωτος