49 αποτελέσματα για «穴»
穴 あな N3
ουσιαστικό
- 01 τρύπα, άνοιγμα, στόμιο, οπή, διάτρηση
- 02 λάκκος, κοίλωμα, κοιλότητα, τρύπα (στο έδαφος)
- 03 λαγούμι, φωλιά, άντρο, κρησφύγετο
- 04 έλλειμμα, έλλειψη, οικονομικό κενό, ζημία
- 05 κενό (που αφήνει ένας απών εργαζόμενος), κενή θέση, άνοιγμα
- 06 ατέλεια, ελάττωμα, αδύνατο σημείο, κενό (σε θεωρία, σχέδιο κ.λπ.), νομικό παραθυράκι
- 07 καλό μέρος που δεν γνωρίζουν πολλοί, καλά φυλαγμένο μυστικό
- 08 αναπάντεχη νίκη (με μεγάλη απόδοση), αουτσάιντερ
- 09 ξεχωριστό θεωρείο, κουτί (είδος θέσης σε παραδοσιακό ιαπωνικό θέατρο)
- 10 κρυψώνα, κρησφύγετο
穴が開く あながあく
άλλο, ρήμα
- 01 ανοίγει τρύπα, διαπερνάται (με τρύπα)
穴を開ける あなをあける
άλλο, ρήμα
- 01 προκαλώ οικονομική ζημία, δημιουργώ έλλειμμα
- 02 ανοίγω τρύπα (σε), τρυπώ
穴だらけ あなだらけ
ουσιαστικό
- 01 γεμάτος τρύπες, γεμάτος οπές
- 02 γεμάτος ατέλειες, γεμάτος κενά, ελαττωματικός, προβληματικός
穴埋め あなうめ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γεμίσμα τρύπας
- 02 αναπλήρωση κενού, κάλυψη θέσης, μπαλωματικό στοιχείο
- 03 αντιστάθμιση απώλειας ή ζημιάς, κάλυψη ελλείμματος
- 04 άσκηση συμπλήρωσης κενών, τεστ συμπλήρωσης κενών
穴を埋める あなをうめる
άλλο, ρήμα
- 01 γεμίζω μια λακκούβα
- 02 καλύπτω ένα κενό (οικονομικό, προσωπικού, κ.λπ.), αναπληρώνω μια έλλειψη, καλύπτω ένα έλλειμμα
穴場 あなば
ουσιαστικό
- 01 μέρος που δεν γνωρίζουν πολλοί, άγνωστο αλλά εξαιρετικό σημείο, καλή τοποθεσία μακριά από τα πλήθη, καλά κρυμμένο μυστικό, κρυμμένο διαμάντι
- 02 γκισέ στοιχημάτων (σε ιπποδρόμιο)
穴蔵 あなぐら
ουσιαστικό
- 01 υπόγειο, σπηλιά, λαγούμι
穴を塞ぐ あなをふさぐ
άλλο, ρήμα
- 01 γεμίζω μια τρύπα με χώμα
穴掘り あなほり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανασκαφή, σκάψιμο
穴があったら入りたい あながあったらはいりたい
άλλο
- 01 επιθυμώ να ανοίξει η γη να με καταπιεί (από ντροπή), εύχομαι να μπορούσα να εξαφανιστώ από τη ντροπή
穴を穿つ あなをうがつ
άλλο, ρήμα
- 01 εντοπίζω το αδύναμο σημείο κάποιου, ανοίγω τρύπα
穴だらけにする あなだらけにする
άλλο, ρήμα
- 01 γεμίζω τρύπες, κάνω κόσκινο (π.χ. με σφαίρες)
穴が開くほど あながあくほど
άλλο
- 01 διεισδυτικά, επίμονα
穴ぼこ あなぼこ
ουσιαστικό
- 01 τρύπα, κοιλότητα
- 02 λακκούβα (σε δρόμο, πεζοδρόμιο, κ.λπ.)
穴熊 あなぐま
ουσιαστικό
- 01 ασβός
- 02 ευρασιατικός ασβός (meles meles)
- 03 κάστρο αναγκούμα (αμυντικό άνοιγμα)
穴あき あなあき
άλλο
- 01 διάτρητος, με τρύπες, κοίλος
穴あけ あなあけ
ουσιαστικό
- 01 διάτρηση, ανοιγμα τρυπών
穴子 あなご
ουσιαστικό
- 01 σαλάχι του είδους Conger myriaster, κηποχέλι
穴 けつ
ουσιαστικό, άλλο
- 01 κώλος, πισινός, γλουτοί
- 02 οπίσθια, άκρη
- 03 σημείο βελονισμού
- 04 τρύπα, εγκοπή