22 αποτελέσματα για «絡»

絡む からむ N1

ρήμα

  1. 01 τυλίγομαι, μπερδεύομαι, μπλέκομαι, παγιδεύομαι
  2. 02 εμπλέκομαι (π.χ. χρήματα σε ένα θέμα), αναμειγνύομαι, αποτελώ παράγοντα, επηρεάζω
  3. 03 ψάχνω για καβγά, βρίσκω ψεγάδια, ενοχλώ, παρενοχλώ
絡める からめる

ρήμα

  1. 01 περιπλέκω, τυλίγω γύρω, ανακατεύω
  2. 02 συντονίζω (με)
  3. 03 συλλαμβάνω
絡みつく からみつく

ρήμα

  1. 01 τυλίγομαι γύρω από κάτι, περιπλέκομαι, κουλουριάζομαι
  2. 02 ενοχλώ επίμονα, ζαλίζω
絡まる からまる

ρήμα

  1. 01 μπερδεύομαι, περιπλέκομαι
  2. 02 εμπλέκομαι, αναμειγνύομαι
絡み合う からみあう

ρήμα

  1. 01 πλέκομαι, μπλέκομαι, μπερδεύομαι
  2. 02 περιπλέκομαι (για υποθέσεις, συμφέροντα κ.λπ.), συνδέομαι, διασυνδέομαι
絡め取る からめとる

ρήμα

  1. 01 συλλαμβάνω και δένω, συλλαμβάνω, συλλαμβάνω, αιχμαλωτίζω
  2. 02 μπλέκω, παγιδεύω, εγκλωβίζω, βάζω τρικλοποδιά
  3. 03 απομακρύνω με βούρτσισμα (π.χ. σκόνη, τρίχωμα, πλάκα), εξάγω, αφαιρώ
絡み からみ

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδεση, πλέξιμο, εμπλοκή, σχέση, αλληλεπίδραση
絡繰り からくり

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανισμός, μηχάνημα, επινόηση, διάταξη, συσκευή
  2. 02 τέχνασμα, κόλπο
  3. 03 μηχανική κούκλα, μαριονέτα
絡み酒 からみざけ

ουσιαστικό

  1. 01 μεθυσμένη αλληλεπίδραση (συνήθως δυσάρεστη)
絡まり からまり

ουσιαστικό

  1. 01 μπλέξιμο, πλέγμα, κόμπος
絡ます からます

ρήμα

  1. 01 μπλέκω, περιπλέκω
  2. 02 συνδέω, σχετίζω
絡げる からげる

ρήμα

  1. 01 δένω, συγκεντρώνω
  2. 02 ανασηκώνω (ρούχα κ.λπ.)
絡繹 らくえき

άλλο, επίρρημα

  1. 01 συνεχής (κίνηση), αδιάκοπος
絡げ からげ

ουσιαστικό

  1. 01 δέμα, δεσμίδα
絡ませる からませる

ρήμα

  1. 01 περιπλέκω, μπλέκω
  2. 02 συνδέω, σχετίζω
絡糸嬢 らくしじょう

ουσιαστικό

  1. 01 γρύλος, ακρίδα του θάμνου
絡車 らくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ροδάνι
絡子 らくす

ουσιαστικό

  1. 01 κοντό, ανεπίσημο ράσο (ρακούσου) βουδιστή μοναχού του Ζεν
絡みだす からみだす

ρήμα

  1. 01 αρχίζω να ενοχλώ κάποιον, πιάνω καβγά, αρχίζω να δυσκολεύω τη ζωή κάποιου
絡繰る からくる

ρήμα

  1. 01 χειρίζομαι, κινού τα νήματα, σχεδιάζω έναν μηχανισμό
  2. 02 ελέγχω ένα άτομο από το παρασκήνιο