115 αποτελέσματα για «聞»
聞く きく N5
ρήμα
- 01 ακούω
- 02 ακούω (π.χ. μουσική)
- 03 ρωτάω, ζητάω πληροφορίες
- 04 ακούω για, μαθαίνω
- 05 ακολουθώ (συμβουλή, διαταγή κ.λπ.), υπακούω, συμμορφώνομαι
- 06 ακούω (π.χ. μια έκκληση), εγκρίνω (μια αίτηση), αποδέχομαι (π.χ. ένα επιχείρημα), λαμβάνω υπόψη
- 07 μυρίζω (ιδίως λιβάνι), δοκιμάζω (ένα άρωμα)
- 08 δοκιμάζω (αλκοόλ), γεύομαι
聞こえる きこえる N4
ρήμα
- 01 ακούγομαι, φτάνω στ' αυτιά μου
- 02 ακούγομαι (σαν), δίνω την εντύπωση (ότι)
- 03 είμαι γνωστός, είμαι διάσημος
- 04 δέχομαι (τα λόγια κάποιου), συμφωνώ, καταλαβαίνω
聞かす きかす
ρήμα
- 01 κάνω να ακούσει, αφηγούμαι (π.χ. μια ιστορία), ενημερώνω
- 02 κάνω να ακούσει, κάνω να καταλάβει, εμφυσώ
- 03 καθηλώνω (κάποιον) με επιδέξιο τραγούδι, αφήγηση κ.λπ., μαγεύω
聞き出す ききだす
ρήμα
- 01 εκμαιεύω, αποσπώ (πληροφορίες από κάποιον), μαθαίνω, ανακαλύπτω (με ερωτήσεις)
- 02 αρχίζω να ακούω
聞き取る ききとる
ρήμα
- 01 καταλαβαίνω (τα λόγια κάποιου), διακρίνω, παρακολουθώ
- 02 ρωτώ (για μια κατάσταση, συνθήκες κ.λπ.), ζητώ πληροφορίες
聞き返す ききかえす
ρήμα
- 01 ακούω επανειλημμένα, ξανακούω
- 02 ανταποδίδω μια ερώτηση, ρωτώ κι εγώ
- 03 ξαναρωτώ, ζητώ επανάληψη μιας εξήγησης
聞き覚え ききおぼえ
ουσιαστικό
- 01 εκμάθηση μέσω της ακοής
- 02 ανάμνηση από κάτι που έχω ακούσει στο παρελθόν
聞き流す ききながす
ρήμα
- 01 προσπερνώ αδιάφορα (ενώ ακούω), αγνοώ, αφήνω να μπει από το ένα αυτί και να βγει από το άλλο
聞きつける ききつける
ρήμα
- 01 ακούω, αντιλαμβάνομαι (τον ήχο κάποιου πράγματος)
- 02 μαθαίνω (για φήμες κ.λπ.), κρυφακούω, πληροφορούμαι (κάτι)
- 03 συνηθίζω να ακούω
聞き入れる ききいれる
ρήμα
- 01 αποδέχομαι (μια ευχή), συναινώ, συμμορφώνομαι, δίνω προσοχή
聞き込み ききこみ
ουσιαστικό
- 01 συλλογή πληροφοριών (ιδίως μέσω συνεντεύξεων με μάρτυρες κ.λπ. σε αστυνομική έρευνα)
聞き逃す ききのがす
ρήμα
- 01 δεν ακούω κάτι, χάνω κάτι που ακούγεται
- 02 προσποιούμαι ότι δεν άκουσα κάτι, αφήνω μια παρατήρηση να περάσει ασχολίαστη
聞こえ きこえ
ουσιαστικό
- 01 ακουσιμότητα, το να ακούγεται κάτι (καθαρά), καθαρότητα ήχου, λήψη (π.χ. ραδιοφωνικού σταθμού)
- 02 φήμη, αναγνώριση, δόξα, άκουσμα (ό,τι λέγεται)
- 03 εντύπωση (που δημιουργεί κάτι), αξιοπρέπεια, υπόληψη
- 04 ηχηρότητα
聞き耳を立てる ききみみをたてる
άλλο, ρήμα
- 01 τεντώνω τα αυτιά μου και ακούω, ακούω με προσοχή
聞き覚えがある ききおぼえがある
άλλο, ρήμα
- 01 έχω ξανακούσει, μου φαίνεται γνωστό
聞き入る ききいる
ρήμα
- 01 ακούω προσεκτικά, απορροφώμαι από κάτι που ακούω
聞く耳 きくみみ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 οξύ ακοή, καλή ακοή
聞き間違い ききまちがい
ουσιαστικό
- 01 παρακούσμα, λανθασμένη ακοή
聞いてみると きいてみると
άλλο
- 01 κατόπιν ερώτησης, αν ρωτήσει κανείς
聞き及ぶ ききおよぶ
ρήμα
- 01 μαθαίνω, ακούω για κάτι
- 02 πληροφορούμαι