115 αποτελέσματα για «苦»

苦しい くるしい N3

επίθετο, επίθημα

  1. 01 επίπονος, οδυνηρός, δύσκολος, σκληρός
  2. 02 οδυνηρός, βασανιστικός, ψυχολογικά δύσκολος, αγχωτικός, άβολος (π.χ. θέση)
  3. 03 δυσχερής (περιστάσεις), στενός (οικονομικά), άπορος, που αγωνίζεται
  4. 04 επιτηδευμένος (ερμηνεία, εξήγηση κ.λπ.), ανίσχυρος (π.χ. δικαιολογία), ψεύτικος (π.χ. χαμόγελο), τραβηγμένος
  5. 05 δύσκολο να γίνει, δυσάρεστος
苦労 くろう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κόπος, δυσκολία, μόχθος, ταλαιπωρία, βάσανο, κακουχία
  2. 02 ανησυχία, άγχος, στενοχώρια, μέριμνα, φροντίδα
苦しむ くるしむ N3

ρήμα

  1. 01 πάσχω, υποφέρω, στενάζω, ανησυχώ
苦手 にがて N3

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αδύναμος (σε κάτι), δεν είμαι καλός (σε κάτι), δεν τα καταφέρνω καλά (σε κάτι)
  2. 02 δεν είναι του γούστου μου, δεν μου αρέσει, δεν είναι το αγαπημένο μου
苦痛 くつう N3

ουσιαστικό

  1. 01 πόνος, αγωνία, οδύνη, βάσανο, μαρτύριο
苦しみ くるしみ

ουσιαστικό

  1. 01 πόνος, αγωνία, οδύνη, θλίψη, βάσανο, δυσκολία, ταλαιπωρία
苦笑 くしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πικρό χαμόγελο, ειρωνικό χαμόγελο, αμήχανο γέλιο, σαρκαστικό γέλιο
苦い にがい N4

επίθετο

  1. 01 πικρός
苦笑い にがわらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πικρό χαμόγελο, ειρωνικό χαμόγελο, αναγκαστικό χαμόγελο, αμήχανο γέλιο
苦しめる くるしめる

ρήμα

  1. 01 βασανίζω, πονάω, προκαλώ σωματικό πόνο, πληγώνω
  2. 02 παρενοχλώ, προκαλώ συναισθηματικό πόνο, ταλαιπωρώ, στενοχωρώ, ενοχλώ, προβληματίζω, μπερδεύω
苦戦 くせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σκληρή μάχη, αμφίρροπος αγώνας, αγώνας, σκληρή αναμέτρηση
苦悩 くのう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ψυχική αγωνία, οδύνη, βασανισμός, δυσφορία
N3

ουσιαστικό

  1. 01 πόνος, αγωνία, ταλαιπωρία, οδύνη, άγχος, έγνοια, μπελάς, δυσκολία, κακουχία
  2. 02 ντούκα (βάσανο)
苦々しい にがにがしい

επίθετο

  1. 01 δυσάρεστος, αηδιαστικός, απεχθής, επαίσχυντος, σκανδαλώδης
苦悶 くもん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγωνία, οδύνη, ψυχικός πόνος
苦情 くじょう N2

ουσιαστικό

  1. 01 καταγγελία, παράπονο, προβλήματα, δυσκολίες, αντίρρηση, ένσταση
苦難 くなん

ουσιαστικό

  1. 01 βάσανο, δυσφορία, κακουχία, δοκιμασία
苦心 くしん N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοπιώδης προσπάθεια, μόχθος, εντατική εργασία, καταπόνηση
苦渋 くじゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πικρία, αγωνία, πόνος, οδύνη, ταλαιπωρία
  2. 02 πικράδα και στυφάδα
苦境 くきょう

ουσιαστικό

  1. 01 δύσκολη κατάσταση, δυσμενείς συνθήκες, αδιέξοδο, μπλέξιμο, δίλημμα, δυσχέρεια