45 αποτελέσματα για «越»

越える こえる N3

ρήμα

  1. 01 περνάω, διασχίζω, υπερβαίνω, ξεπερνάω, προσπερνάω
  2. 02 ξεπερνάω, υπερβαίνω, είμαι περισσότερος (από)
越し ごし

ουσιαστικό

  1. 01 απέναντι, πάνω από, πέρα, διαμέσου, διάσχιση
  2. 02 καθ' όλη τη διάρκεια (μιας χρονικής περιόδου), για
越す こす N3

ρήμα

  1. 01 διασχίζω, περνάω (π.χ. ένα βουνό)
  2. 02 ξεπερνάω, υπερνικάω (π.χ. μια δυσκολία)
  3. 03 περνάω τον καιρό μου, περνάω (π.χ. έναν χειμώνα)
  4. 04 υπερβαίνω, ξεπερνάω, είμαι καλύτερος από
  5. 05 μετακομίζω
  6. 06 πηγαίνω, έρχομαι
えつ

ουσιαστικό

  1. 01 Γιουέ (βασίλειο στην αρχαία Κίνα, 6ος αιώνας-334 π.Χ.)
  2. 02 επαρχία Γκουανγκντόνγκ (Κίνα), Καντόν, Κουανγκτούνγκ
  3. 03 Βιετνάμ
越後 えちご

ουσιαστικό

  1. 01 Ετσίγκο (πρώην επαρχία που βρισκόταν στη σημερινή νομαρχία Νιιγκάτα)
越前 えちぜん

ουσιαστικό

  1. 01 Ετσιζέν (πρώην επαρχία που βρισκόταν σε τμήματα των σημερινών νομών Φουκούι και Γκιφού)
越中 えっちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Ετσού (πρώην επαρχία που βρίσκεται στον σημερινό νομό Τογιάμα)
越境 えっきょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράνομη διάσχιση συνόρων, παραβίαση συνόρων, υπέρβαση συνόρων
越権行為 えっけんこうい

ουσιαστικό

  1. 01 υπέρβαση εξουσίας, κατάχρηση νόμιμης εξουσίας, πράξεις εκτός νομικών αρμοδιοτήτων
越冬 えっとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαχείμαση, χειμερία νάρκη
越権 えっけん

ουσιαστικό

  1. 01 υπέρβαση εξουσίας, αυθαίρετος, αναρμόδιος
越後屋 えちごや

ουσιαστικό

  1. 01 Ετσιγκόγια
  2. 02 Ετσιγκόγια (διεφθαρμένος επιχειρηματίας, χαρακτηριστικός ρόλος σε ιστορικά δράματα)
越後獅子 えちごじし

ουσιαστικό

  1. 01 έτσιγκοτζίσι, υπαίθρια παράσταση περιοδευόντων καλλιτεχνών που περιλαμβάνει ακροβατικά, κατά την οποία ένας μικρός ερμηνευτής φοράει σκαλισμένη κεφαλή λιονταριού
越年 えつねん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχαιρετισμός του παλιού έτους, υποδοχή του νέου έτους, πέρασμα του χειμώνα, χειμερία νάρκη
  2. 02 διεξαγωγή περισσότερων από τις συνηθισμένες 12 παρτίδες σε ένα παιχνίδι
越冬隊 えっとうたい

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα διαχείμασης
越州 えっしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εσού (οι τρεις παλαιότερες επαρχίες της Ετσίζεν, της Ετσού και της Ετσιγκό)
越冬地 えっとうち

ουσιαστικό

  1. 01 χειμερινό καταφύγιο (π.χ. μεταναστευτικών πουλιών)
越訴 えっそ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εσό, άμεση προσφυγή σε ανώτερο αξιωματούχο παρακάμπτοντας τις επίσημες διαδικασίες
越国 こしのくに

ουσιαστικό

  1. 01 Κόσι (πρώην επαρχία που βρισκόταν στους σημερινούς νομούς Φουκούι, Ισικάβα, Τογιάμα και Νιιγκάτα· αργότερα χωρίστηκε σε Ετσιζέν, Ετσού και Ετσιγκό)
越中褌 えっちゅうふんどし

ουσιαστικό

  1. 01 εττσού φουντόσι, είδος παραδοσιακού ιαπωνικού εσωρούχου με τη μορφή λωρίδας υφάσματος που δένεται στη μέση