42 αποτελέσματα για «跳»

跳ねる はねる N2

ρήμα

  1. 01 πηδώ, αναπηδώ, χοροπηδώ, ξεπετάγομαι, αναπηδώ
  2. 02 διαλύομαι, κλείνω, ολοκληρώνομαι
  3. 03 χτυπώ (για παράδειγμα, όταν ένα αυτοκίνητο χτυπάει κάποιον ή κάτι)
  4. 04 παίζω χάνε, εκτελώ κίνηση χάνε
跳躍 ちょうやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άλμα, πήδημα, αναπήδηση, εκτίναξη
跳ね上がる はねあがる

ρήμα

  1. 01 αναπηδώ, τινάζομαι προς τα πάνω
  2. 02 εκτινάσσομαι (για αγορά, τιμή κ.λπ.), σημειώνω απότομη άνοδο, εκτοξεύομαι
  3. 03 ενεργώ απερίσκεπτα, προτρέχω
跳ね返す はねかえす

ρήμα

  1. 01 απορρίπτω, απωθώ, αποκρούω
  2. 02 αναπηδώ, αντεπιτίθεμαι, ανταποδίδω το χτύπημα
跳ね上げる はねあげる

ρήμα

  1. 01 τινάzω προς τα πάνω (π.χ. λάσπη), πιτσιλάω (προς τα πάνω), λερώνω με πιτσιλιές
  2. 02 αναποδογυρίζω προς τα πάνω, σηκώνω προς τα πάνω
  3. 03 αυξάνω απότομα (π.χ. τιμές), ανεβάζω κατακόρυφα
跳ね返る はねかえる

ρήμα

  1. 01 αναπηδώ, τινάζομαι πίσω, επιστρέφω με ορμή
  2. 02 πιτσιλάω
  3. 03 έχω αντίκτυπο, προκαλώ αλυσιδωτή αντίδραση
跳ね起きる はねおきる

ρήμα

  1. 01 πετάγομαι όρθιος, τινάζομαι πάνω
跳ね回る はねまわる

ρήμα

  1. 01 πηδώ τριγύρω, αναπηδώ, παίζω ζωηρά
跳ね はね

ουσιαστικό

  1. 01 άλμα
  2. 02 πιτσιλιές (συνήθως από λάσπη)
  3. 03 ανοδική κλίση στο κάτω μέρος (για παράδειγμα, σε κάθετη γραμμή ενός κάντζι ή σε χτένισμα)
  4. 04 κλείσιμο (για παράδειγμα, θεατρικής παράστασης), διάλυση
  5. 05 χανέ (κίνηση στο γκό)
跳ね除ける はねのける

ρήμα

  1. 01 παραμερίζω, σπρώχνω στην άκρη, αποτινάζω, αποβάλλω (π.χ. πίεση)
  2. 02 απορρίπτω, απομακρύνω, βγάζω έξω
跳躍力 ちょうやくりょく

ουσιαστικό

  1. 01 δύναμη άλματος
跳弾 ちょうだん

ουσιαστικό

  1. 01 εξοστρακισμός
跳ね橋 はねばし

ουσιαστικό

  1. 01 κινητή γέφυρα
  2. 02 ανασυρόμενη γέφυρα
跳梁 ちょうりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναπηδώ, τριγυρνώ
  2. 02 ανεξέλεγκτη δράση, κυριαρχία
跳び箱 とびばこ

ουσιαστικό

  1. 01 ίππος άλματος, κιβώτιο άλματος
跳梁跋扈 ちょうりょうばっこ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανεξέλεγκτη δράση, κυριαρχία
跳ね返り はねかえり

ουσιαστικό

  1. 01 αναπήδηση
  2. 02 ανάκαμψη
  3. 03 αντίκτυπος, συνέπειες
  4. 04 αγοροκόριτσο
  5. 05 παρορμητικότητα, απρονοησία
跳ね上がり はねあがり

ουσιαστικό

  1. 01 άλμα, απότομη άνοδος (π.χ. τιμών)
  2. 02 παρορμητικότητα, παρορμητικός άνθρωπος
跳馬 ちょうば

ουσιαστικό

  1. 01 ίππος (γυμναστικό όργανο για άλματα)
跳ね上げ はねあげ

άλλο

  1. 01 αναδιπλούμενος, ανατρεπόμενος, ανοιγόμενος προς τα πάνω (π.χ. παράθυρο)