242 αποτελέσματα για «身»
身 み N3
ουσιαστικό
- 01 σώμα, πρόσωπο
- 02 εαυτός, εμφάνιση
- 03 θέση (στην κοινωνία κ.λπ.)
- 04 κύριο μέρος, ψαχνό (αντί για κόκαλο, δέρμα κ.λπ.), ξύλο (αντί για φλοιό), λεπίδα (αντί για τη λαβή της), δοχείο (αντί για το καπάκι του)
身体 しんたい N3
ουσιαστικό
- 01 σώμα, φυσικό σύστημα, άτομο, πρόσωπο
身につける みにつける
άλλο, ρήμα
- 01 μαθαίνω, αποκτώ γνώσεις
- 02 έχω πάνω μου, φοράω (ρούχα κ.λπ.), βάζω (πάνω μου)
身近 みぢか N1
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 κοντινός, οικείος
身分 みぶん N2
ουσιαστικό
- 01 κοινωνική θέση, κύρος, καθεστώς, βαθμός, τάξη
- 02 ταυτότητα, καταγωγή, προέλευση
- 03 οι περιστάσεις κάποιου, τα μέσα κάποιου
身長 しんちょう N3
ουσιαστικό
- 01 ύψος, ανάστημα
身内 みうち
ουσιαστικό
- 01 συγγενείς, οικογένεια
- 02 φίλοι, μέλη της ίδιας οργάνωσης
- 03 ακόλουθοι, τσιράκια
- 04 ολόκληρο το σώμα
身を乗り出す みをのりだす
άλλο, ρήμα
- 01 γέρνω μπροστά (ιδίως από περιέργεια ή ενθουσιασμό), βγάζω το σώμα μου έξω (π.χ. από μπαλκόνι)
身構える みがまえる
ρήμα
- 01 φυλάγομαι, παίρνω αμυντική στάση, ετοιμάζομαι, παίρνω θέση μάχης
身を包む みをつつむ
άλλο, ρήμα
- 01 φορώ, ντύνομαι, στολίζομαι
身動き みうごき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κίνηση (του σώματος), μετακίνηση, κούνημα
- 02 δρω ελεύθερα, κάνω ό,τι θέλω
身を隠す みをかくす
άλλο, ρήμα
- 01 κρύβομαι
身を守る みをまもる
άλλο, ρήμα
- 01 αμύνομαι, προστατεύω τον εαυτό μου
身勝手 みがって
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 εγωιστικός, εγωκεντρικός
身を引く みをひく
άλλο, ρήμα
- 01 παραιτούμαι, εγκαταλείπω, παραμερίζω, αποχωρώ, συνταξιοδοτώμαι, απομακρύνομαι, γέρνω προς τα πίσω, υποχωρώ, τραβιέμαι πίσω
身なり みなり N1
ουσιαστικό
- 01 ενδυμασία, εμφάνιση, αμφίεση, ντύσιμο
身元 みもと
ουσιαστικό
- 01 ταυτότητα, καταγωγή, ανατροφή, γέννηση (και οικογενειακό περιβάλλον)
- 02 χαρακτήρας, ήθος
身につく みにつく
άλλο, ρήμα
- 01 κατακτώ (π.χ. μια δεξιότητα), συνηθίζω (π.χ. έναν τρόπο ζωής), αποκτώ (π.χ. μια συνήθεια)
- 02 συγκρατώ
身体能力 しんたいのうりょく
ουσιαστικό
- 01 σωματική ικανότητα
身を起こす みをおこす
άλλο, ρήμα
- 01 σηκώνομαι (π.χ. από το κρεβάτι)
- 02 αποκαθίσταμαι κοινωνικά, ανεβαίνω στην κοινωνική κλίμακα, πετυχαίνω στη ζωή