54 αποτελέσματα για «違»

違う ちがう N5

ρήμα, άλλο

  1. 01 διαφέρω (από), είμαι διαφορετικός, είμαι ξεχωριστός, ποικίλλω, διαφωνώ (με)
  2. 02 κάνω λάθος, είμαι λανθασμένος
  3. 03 πάω στραβά, αποκλίνω από το φυσιολογικό
  4. 04 έτσι δεν είναι;, δεν είναι;, έτσι δεν ήταν;, δεν ήταν;
違い ちがい N3

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορά, διάκριση, ασυμφωνία
  2. 02 λάθος, σφάλμα
違いない ちがいない N3

άλλο, επίθετο

  1. 01 σίγουρα, αναμφίβολα, είναι βέβαιο, χωρίς αμφιβολία
違和感 いわかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα δυσφορίας, άβολο συναίσθημα, αίσθημα ότι δεν ανήκω
  2. 02 αδιαθεσία, σωματική δυσφορία
違反 いはん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραβίαση, παράβαση, αθέτηση, καταπάτηση, αδίκημα
違法 いほう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 παράνομος, αθέμιτος, εκτός νόμου
違える ちがえる N1

ρήμα

  1. 01 αλλάζω, μεταβάλλω
  2. 02 μπερδεύω, κάνω λάθος
  3. 03 αθετώ (π.χ. υπόσχεση)
  4. 04 διαστρέφω (π.χ. μυ), εξαρθρώνω (π.χ. αυχένα)
違法行為 いほうこうい

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομη πράξη
違える たがえる

ρήμα

  1. 01 αλλάζω, τροποποιώ
  2. 02 παραβαίνω, εναντιώνομαι, αθετώ (υπόσχεση)
  3. 03 κάνω λάθος (σε κάτι), σφάλλω
違う たがう

ρήμα

  1. 01 διαφέρω, είμαι διαφορετικός
  2. 02 αντιτίθεμαι, έρχομαι σε αντίθεση
  3. 03 μεταβάλλομαι (σε κάτι ασυνήθιστο)
違くて ちがくて

άλλο

  1. 01 διαφορετικός (από), όχι ο ίδιος (με)
違くない ちがくない

άλλο

  1. 01 δεν είναι διαφορετικό (από το συνηθισμένο, από αυτό που θα περίμενε κανείς κ.λπ.); δεν είναι λάθος αυτό;
  2. 02 όχι, είναι λάθος· δεν είναι έτσι· δεν συμβαίνει αυτό
違約金 いやくきん

ουσιαστικό

  1. 01 ρητρα για παραβιαση συμβολαιου, χρηματικη ποινη
違反者 いはんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παραβάτης, παραβάτης του νόμου, καταπατητής
違和 いわ

ουσιαστικό

  1. 01 σωματική αδιαθεσία
  2. 02 ασυμβατότητα, δυσαρμονία, ανακολουθία
違法薬物 いほうやくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομη ουσία
違法性 いほうせい

ουσιαστικό

  1. 01 παρανομία
違約 いやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραβίαση σύμβασης, αθέτηση όρων
違背 いはい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραβίαση, παράβαση
違法駐車 いほうちゅうしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράνομη στάθμευση