31 αποτελέσματα για «騒»

騒ぐ さわぐ N4

ρήμα

  1. 01 κάνω θόρυβο, κάνω φασαρία, είμαι θορυβώδης
  2. 02 θροΐζω
  3. 03 γλεντώ, διασκεδάζω
  4. 04 διαμαρτύρομαι, κάνω φασαρία, φωνάζω
  5. 05 χάνω την ψυχραιμία μου, πανικοβάλλομαι, είμαι αναστατωμένος
  6. 06 νιώθω ένταση, είμαι ανήσυχος, ενθουσιάζομαι
騒ぎ さわぎ N3

ουσιαστικό

  1. 01 φασαρία, αναστάτωση, αναταραχή
騒がしい さわがしい N2

επίθετο

  1. 01 θορυβώδης, φασαριόζικος
  2. 02 ταραγμένος (για εποχή κ.λπ.), προβληματικός
騒動 そうどう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξέγερση, ανταρσία, αναταραχή, αναβρασμός, διχόνοια
  2. 02 σάλος (στον τύπο), φασαρία, δημόσια κατακραυγή, σκάνδαλο, αντιπαράθεση
  3. 03 βεντέτα, πάλη, καβγάς, διαφωνία
騒めく ざわめく

ρήμα

  1. 01 θορυβώ, αναστατώνομαι, θροΐζω, ψιθυρίζω
騒々しい そうぞうしい N2

επίθετο

  1. 01 θορυβώδης, δυνατός, φασαριόζικος, κραυγαλέος, βραχνός
  2. 02 ταραχώδης, ασταθής, ανήσυχος
騒音 そうおん N3

ουσιαστικό

  1. 01 θόρυβος, βουή
騒然 そうぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 θορυβώδης, συγκεχυμένος, ταραχώδης
騒ぎ立てる さわぎたてる

ρήμα

  1. 01 προκαλώ μεγάλη αναστάτωση, ξεσηκώνω θόρυβο, προκαλώ φασαρία, διαμαρτύρομαι έντονα
騒ぎ出す さわぎだす

ρήμα

  1. 01 αρχίζω να κάνω θόρυβο, ξεσπάω σε αναστάτωση, βγαίνω εκτός ελέγχου
騒乱 そうらん

ουσιαστικό

  1. 01 αναταραχή, εξέγερση, χάος
騒がす さわがす

ρήμα

  1. 01 ενοχλώ, προκαλώ αναστάτωση
騒ぎ声 さわぎごえ

ουσιαστικό

  1. 01 θορυβώδεις φωνές
騒擾 そうじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ταραχή, αναταραχή
騒めき ざわめき

ουσιαστικό

  1. 01 αναστάτωση, θόρυβος, βαβούρα
騒つく ざわつく

ρήμα

  1. 01 φασαριάζω, αναστατώνομαι, βοώ, επικρατεί αναταραχή, είμαι σε διέγερση, είμαι ανήσυχος, διαταράσσομαι
騒乱罪 そうらんざい

ουσιαστικό

  1. 01 αδίκημα της στάσης
騒音公害 そうおんこうがい

ουσιαστικό

  1. 01 ηχορύπανση
騒霊 そうれい

ουσιαστικό

  1. 01 πολτεργκάιστ, πνεύμα που προκαλεί θόρυβο και αναταραχή
騒乱状態 そうらんじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση εξέγερσης