49 αποτελέσματα για «抱»

抱える かかえる N3

ρήμα

  1. 01 κρατώ στην αγκαλιά μου, μεταφέρω στην αγκαλιά μου, κρατώ κάτω από τη μασχάλη μου, κρατώ (το κεφάλι μου) στα χέρια μου
  2. 02 έχω (προβλήματα, χρέη κ.λπ.), αναλαμβάνω (μια ευθύνη), επιφορτίζομαι με (π.χ. τη φροντίδα ενός μέλους της οικογένειας), έχω (παιδιά κ.λπ.) να συντηρήσω
  3. 03 απασχολώ, έχω (στο προσωπικό μου), προσλαμβάνω
抱く いだく N3

ρήμα

  1. 01 κρατώ στην αγκαλιά μου (π.χ. ένα μωρό), αγκαλιάζω
  2. 02 έχω (μια σκέψη ή ένα συναίσθημα), κρατώ, τρέφω (υποψίες, αμφιβολίες, μνησικακία, ελπίδες, φιλοδοξία κ.λπ.)
抱く だく N3

ρήμα

  1. 01 κρατώ στην αγκαλιά μου, αγκαλιάζω
  2. 02 συνευρίσκομαι ερωτικά, κάνω έρωτα, κοιμάμαι με κάποιον
  3. 03 κλωσάω (αυγά), επωάζω
抱きしめる だきしめる

ρήμα

  1. 01 αγκαλιάζω σφιχτά, αγκαλιάζω, σφίγγω στην αγκαλιά μου, αγκαλιάζω τρυφερά
抱きつく だきつく

ρήμα

  1. 01 αγκαλιάζω, προσκολλώμαι, ρίχνομαι στην αγκαλιά
抱き寄せる だきよせる

ρήμα

  1. 01 αγκαλιάζω, παίρνω στην αγκαλιά μου, τραβώ κοντά μου, φέρνω κοντά (π.χ. στο στήθος μου)
抱き上げる だきあげる

ρήμα

  1. 01 σηκώνω κάποιον αγκαλιά
抱き合う だきあう

ρήμα

  1. 01 αγκαλιάζομαι
抱え込む かかえこむ

ρήμα

  1. 01 κρατώ κάτι στην αγκαλιά μου, μεταφέρω στην αγκαλιά μου, αγκαλιάζω (π.χ. ένα μωρό)
  2. 02 αναλαμβάνω κάτι προσωπικά, επωμίζομαι ένα βάρος
抱擁 ほうよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αγκαλιά, περίπτυξη
抱っこ だっこ N1

ουσιαστικό, ρήμα, επιφώνημα

  1. 01 αγκαλιά, μεταφορά στην αγκαλιά (μωρού, κατοικιδίου, κούκλας κ.λπ.), κράτημα
  2. 02 πάρε με αγκαλιά!, σήκωσέ με
抱きとめる だきとめる

ρήμα

  1. 01 σταματώ κάποιον αγκαλιάζοντάς τον, πιάνω κάποιον στην αγκαλιά μου, συγκρατώ κάποιον
抱え上げる かかえあげる

ρήμα

  1. 01 σηκώνω στην αγκαλιά μου, ανασηκώνω, μεταφέρω
抱き起こす だきおこす

ρήμα

  1. 01 σηκώνω κάποιον στην αγκαλιά μου, βοηθώ κάποιον να καθίσει
抱き枕 だきまくら

ουσιαστικό

  1. 01 μαξιλάρι αγκαλιάς, μαξιλάρι σώματος
抱き込む だきこむ

ρήμα

  1. 01 αγκαλιάζω, κρατώ στην αγκαλιά μου
  2. 02 κερδίζω κάποιον με το μέρος μου, εμπλέκω
抱きすくめる だきすくめる

ρήμα

  1. 01 αγκαλιάζω σφιχτά, κρατώ γερά, περιπτύσσω σφιχτά
抱き抱える だきかかえる

ρήμα

  1. 01 κρατώ, κουβαλώ, φέρω, αγκαλιάζω (στα χέρια μου)
抱負 ほうふ

ουσιαστικό

  1. 01 φιλοδοξία, επιδίωξη, σχέδιο, ελπίδες, ευχές
抱え かかえ

ουσιαστικό

  1. 01 αγκαλιά, φόρτωμα
  2. 02 υπάλληλος, εργαζόμενος