72 αποτελέσματα για «掛»

掛ける かける N5

ρήμα, επίθημα

  1. 01 κρεμώ (π.χ. παλτό, πίνακα στον τοίχο), αφήνω να κρέμεται, αναρτώ, υψώνω (π.χ. πανί, σημαία)
  2. 02 σκεπάζω (π.χ. κουβέρτα), τοποθετώ πάνω σε, καλύπτω, απλώνω
  3. 03 φοράω (π.χ. γυαλιά), φέρω (π.χ. κολιέ)
  4. 04 πραγματοποιώ (τηλεφωνική κλήση)
  5. 05 δαπανώ (χρόνο, χρήμα), ξοδεύω, χρησιμοποιώ
  6. 06 περιχύνω (υγρό), πασπαλίζω (σκόνη ή μπαχαρικά), καταβρέχω, ρίχνω (π.χ. νερό) πάνω σε
  7. 07 θέτω σε λειτουργία (μηχανή, ραδιόφωνο), ρυθμίζω (καντράν, ξυπνητήρι), βάζω να παίξει (DVD, τραγούδι), χρησιμοποιώ (συσκευή, εργαλείο)
  8. 08 προκαλώ (ταλαιπωρία, ενόχληση), επιβαρύνω (κάποιον), επιβάλλω
  9. 09 πολλαπλασιάζω (αριθμητική πράξη)
  10. 10 ασφαλίζω (π.χ. κλειδαριά)
  11. 11 κάθομαι, αναπαύω (κάτι πάνω σε κάτι άλλο), στηρίζω (κάτι πάνω σε κάτι άλλο)
  12. 12 δένω
  13. 13 στοιχηματίζω, ποντάρω, ρισκάρω, διακινδυνεύω, τζογάρω
  14. 14 επιφέρω (ξόρκι, αναισθητικό)
  15. 15 διοργανώνω (θεατρικό έργο, φεστιβάλ)
  16. 16 τρέφω (συναίσθημα, π.χ. οίκτο, ελπίδα)
  17. 17 παραπέμπω (στο δικαστήριο), συζητώ (σε σύσκεψη), παρουσιάζω (π.χ. ιδέα σε συνέδριο)
  18. 18 αυξάνω περαιτέρω
  19. 19 παγιδεύω (σε παγίδα)
  20. 20 τοποθετώ στην κορυφή
  21. 21 στήνω (πρόχειρο κτίσμα)
  22. 22 ασφαλίζω (κάνω ασφάλεια)
  23. 23 χρησιμοποιώ λογοπαίγνιο, χρησιμοποιώ λέξη ως συνδετική, παίζω με τις λέξεις
  24. 24 έχω ξεκινήσει να κάνω, αρχίζω (χωρίς να ολοκληρώνω), είμαι έτοιμος να κάνω
  25. 25 απευθύνομαι (σε κάποιον), κατευθύνω (κάτι προς κάποιον), κάνω (κάτι σε κάποιον)
掛かる かかる

ρήμα, άλλο

  1. 01 απαιτώ (χρόνο, χρήματα), κοστίζω (χρήματα), παίρνω (χρόνο)
  2. 02 κρέμομαι
  3. 03 εμφανίζομαι, φτάνω
  4. 04 υπάγομαι (σε σύμβαση, σε φόρο), εμπίπτω (σε σύμβαση, σε φόρο)
  5. 05 παίρνω μπρος (για μηχανές, κινητήρες)
  6. 06 ασχολούμαι, χειρίζομαι, διαχειρίζομαι
  7. 07 αρχίζω να, είμαι στα πρόθυρα να
  8. 08 επικαλύπτομαι (π.χ. πληροφορίες σε ένα εγχειρίδιο), καλύπτω
  9. 09 έρχομαι επάνω, κατευθύνομαι προς
  10. 10 είμαι στερεωμένος, είμαι δεμένος
  11. 11 είμαι καλυμμένος (π.χ. με σκόνη, με τραπεζομάντιλο κ.λπ.)
  12. 12 παγιδεύομαι, πιάνωμαι (σε κάτι)
  13. 13 δέχομαι κλήση, λαμβάνω τηλεφώνημα
  14. 14 εξαρτώμαι από
  15. 15 αρχίζω (μια εργασία), αναλαμβάνω, καταπιάνομαι με
掛け声 かけごえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κραυγή ενθάρρυνσης ή συντονισμού (χρησιμοποιείται για να δώσει τον ρυθμό ή να εμψυχώσει μια δραστηριότητα, π.χ. «έλα και πάμε!»)
掛け合う かけあう

ρήμα

  1. 01 διαπραγματεύομαι (με κάποιον για κάτι), συζητώ (κάτι με κάποιον), έρχομαι σε επαφή (με κάποιον για κάποιο θέμα), παζαρεύω
  2. 02 περιλούζω ο ένας τον άλλον, ρίχνω νερό ο ένας στον άλλον
掛け布団 かけぶとん

ουσιαστικό

  1. 01 πάπλωμα, κάλυμμα κρεβατιού, κουβέρτα
掛け がけ

επίθημα, ουσιαστικό

  1. 01 ντυμένος, καλυμμένος
  2. 02 εν μέσω, στη διάρκεια
  3. 03 δέκατα (π.χ. τιμή χονδρικής ως δέκατα της λιανικής τιμής)
  4. 04 φορές (δηλ. επί)
  5. 05 χωρητικός (για καρέκλα κ.λπ.)
掛け持ち かけもち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατέχω δύο ή περισσότερες θέσεις ταυτόχρονα
掛け かけ

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 πίστωση
  2. 02 οφειλόμενο χρηματικό ποσό σε λογαριασμό, λογαριασμός
  3. 03 κρεμάστρα, βάση, στήριγμα, ράφι, γάντζος
  4. 04 στη διαδικασία του (κάτι), στη μέση της διαδικασίας, ημιτελής
  5. 05 στα πρόθυρα του (κάτι), έτοιμος να
  6. 06 ζεστά νουντλς σε ζωμό
  7. 07 τιμή χονδρικής ως ποσοστό της τιμής καταλόγου (σε δέκατα)
掛け合い かけあい

ουσιαστικό

  1. 01 διαπραγματεύσεις, παζάρεμα
  2. 02 διάλογος, ντουέτο
掛け軸 かけじく

ουσιαστικό

  1. 01 κακέτζικου (ιαπωνική κρεμαστή περγαμηνή με ζωγραφιά ή καλλιγραφία)
掛け合わせる かけあわせる

ρήμα

  1. 01 πολλαπλασιάζω
  2. 02 διασταυρώνω, υβριδοποιώ
  3. 03 αναμειγνύω (π.χ. χρώματα ζωγραφικής)
掛かり がかり

επίθημα

  1. 01 απαιτούμενη ποσότητα (χρόνου, ατόμων κ.λπ.)
  2. 02 παρόμοιος με...
  3. 03 εξαρτώμενος από..., βασιζόμενος σε...
  4. 04 κατά τη διάρκεια..., όταν..., εν μέσω...
掛け金 かけきん

ουσιαστικό

  1. 01 δόση, ασφάλιστρο, λογαριασμός
掛け算 かけざん N2

ουσιαστικό

  1. 01 πολλαπλασιασμός
掛け違う かけちがう

ρήμα

  1. 01 κουμπώνω λάθος (κουμπιά), κρεμάω σε λάθος σημείο
  2. 02 διαφέρω, συγκρούομαι, έρχομαι σε αντίθεση
  3. 03 αστοχώ στη συνάντηση, διασταυρώνομαι χωρίς να συναντηθώ
掛け値 かけね

ουσιαστικό

  1. 01 υπερτιμημένη τιμή (που ορίζεται εν αναμονή παζαρέματος), υπερχρέωση
  2. 02 υπερβολή
掛け時計 かけどけい

ουσιαστικό

  1. 01 ρολόι τοίχου
掛け替え かけがえ

ουσιαστικό

  1. 01 αντικατάσταση, υποκατάσταση, ανακατασκευή, αλλαγή
掛かり かかり

ουσιαστικό

  1. 01 εκκίνηση (π.χ. μηχανής), εμπλοκή (π.χ. κλειδαριάς)
  2. 02 έξοδα, κόστος
  3. 03 επίθεση (κυρίως προσέγγιση σε γωνία)
  4. 04 αγκίστρι (του αλιευτικού αγκιστριού)
  5. 05 υπεύθυνος, καθήκον, επιβλέπων, υπάλληλος
掛け金 かけがね

ουσιαστικό

  1. 01 σύρτης, μάνταλο, κλειδαριά
  2. 02 άρθρωση της γνάθου