288 αποτελέσματα για «時»
時 とき
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 χρόνος, ώρα, στιγμή
- 02 περίσταση, περίπτωση
- 03 ευκαιρία, εποχή
- 04 οι καιροί, η εποχή
- 05 χρόνος (γραμματικής)
時間 じかん N5
ουσιαστικό
- 01 χρόνος
- 02 ώρα
- 03 περίοδος, μάθημα
時代 じだい N4
ουσιαστικό
- 01 περίοδος, εποχή
- 02 οι καιροί, εκείνη την εποχή
- 03 παλαιότητα, αρχαιότητα
- 04 αντίκα, αντικείμενο εποχής
時 じ
επίθημα, ουσιαστικό
- 01 ώρα
- 02 συγκεκριμένη στιγμή, πότε, κατά τη διάρκεια
時には ときには
άλλο, επίρρημα
- 01 κάποτε, ενίοτε
時期 じき N3
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 χρόνος, εποχή, περίοδος, φάση, στάδιο
時点 じてん
ουσιαστικό
- 01 χρονική στιγμή, περίσταση
時々 ときどき N5
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 μερικές φορές, ενίοτε, πότε πότε, κατά καιρούς, που και που, κατά διαστήματα
- 02 εποχιακός, της εποχής, κατάλληλος (για την εποχή ή την περίσταση)
時に ときに
σύνδεσμος, επίρρημα
- 01 παρεμπιπτόντως, εν παρόδω
- 02 μερικές φορές, περιστασιακά, ενίοτε
- 03 ακριβώς τότε, μόλις τότε
時計 とけい N5
ουσιαστικό
- 01 ρολόι, χρονομετρητής
時間がかかる じかんがかかる
άλλο, ρήμα
- 01 παίρνω χρόνο
時刻 じこく N3
ουσιαστικό
- 01 χρόνος, ώρα
- 02 κατάλληλη ώρα, ευκαιρία
時折 ときおり N1
επίρρημα
- 01 μερικές φορές, κατά διαστήματα, περιστασιακά, πού και πού, από καιρό σε καιρό
時間が経つ じかんがたつ
άλλο, ρήμα
- 01 ο χρόνος περνάει
時間帯 じかんたい
ουσιαστικό
- 01 χρονική περίοδος, χρονική ζώνη
- 02 ζώνη ώρας
時間の問題 じかんのもんだい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 θέμα χρόνου
時間を稼ぐ じかんをかせぐ
άλλο, ρήμα
- 01 κερδίζω χρόνο, παίζω καθυστερήσεις, αγοράζω χρόνο
時間稼ぎ じかんかせぎ
ουσιαστικό
- 01 κερδίζω χρόνο, καθυστερώ σκόπιμα, ροκανίζω τον χρόνο
時分 じぶん
ουσιαστικό
- 01 ώρα, χρονική στιγμή, εποχή
- 02 κατάλληλη ώρα, ευκαιρία
時空 じくう
ουσιαστικό
- 01 χωροχρόνος