359 αποτελέσματα για «相»
相手 あいて N3
ουσιαστικό
- 01 σύντροφος, παρτενέρ, συνεργάτης, παρέα, συντροφιά
- 02 ο άλλος, η άλλη πλευρά, παραλήπτης, αντισυμβαλλόμενος
- 03 αντίπαλος (σε αθλήματα κ.λπ.)
相談 そうだん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαβούλευση, συζήτηση, ζήτηση συμβουλής
相当 そうとう N3
ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο, επίρρημα
- 01 αντιστοιχώ (ως προς τη σημασία, τη λειτουργία κ.λπ.), είμαι ισοδύναμος με
- 02 κατάλληλος, αρμόδιος, ταιριαστός, ανάλογος
- 03 αναλογώ, συνάδω με, συμβαδίζω με, αξίζω, είμαι άξιος
- 04 σημαντικός, αξιόλογος, ουσιαστικός
- 05 σημαντικά, αρκετά, μάλλον, σχετικά
相変わらず あいかわらず N3
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 όπως συνήθως, όπως πάντα, όπως πριν, όπως και πάντα, ακόμα
相手にする あいてにする
άλλο, ρήμα
- 01 κάνω παρέα, ακούω, συναναστρέφομαι, δίνω σημασία, ασχολούμαι με
- 02 παίζω εναντίον (π.χ. μιας ομάδας), αντιμετωπίζω (π.χ. έναν αντίπαλο)
相応しい ふさわしい
επίθετο
- 01 κατάλληλος, επαρκής, ταιριαστός, άξιος
相性 あいしょう
ουσιαστικό
- 01 έλξη, συμβατότητα, χημεία (μεταξύ ανθρώπων), ταίριασμα
相手をする あいてをする
άλλο, ρήμα
- 01 κάνω παρέα, φροντίζω, διασκεδάζω, παίζω με κάποιον (σε παιχνίδι)
相応 そうおう N1
επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατάλληλος, αρμόζων, πρέπων, επαρκής, λογικός, σωστός
- 02 σύζευξη, σύνδεση, συσχέτιση
相違 そうい N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαφορά, ασυμφωνία, απόκλιση
相次ぐ あいつぐ
ρήμα
- 01 ακολουθώ κατά σειρά, συμβαίνω το ένα μετά το άλλο
相棒 あいぼう
ουσιαστικό
- 01 συνεργάτης, φίλος, συνεργός
相対 そうたい N1
ουσιαστικό, άλλο, ρήμα
- 01 σχετικότητα
- 02 σχετικός
- 03 αντιμετώπιση (π.χ. ενός προβλήματος), ενασχόληση
相談に乗る そうだんにのる
άλλο, ρήμα
- 01 δίνω συμβουλές, παρέχω καθοδήγηση, συμμετέχω σε διαβούλευση
相 あい
πρόθημα
- 01 μαζί, αμοιβαία, συνάδελφος
相まって あいまって
επίρρημα
- 01 σε συνδυασμό με, μαζί
相場 そうば N1
ουσιαστικό
- 01 τιμή αγοράς
- 02 κερδοσκοπία (π.χ. σε μετοχές)
- 03 φήμη (σύμφωνα με τη συμβατική σοφία), εκτίμηση, υπόληψη
相槌を打つ あいづちをうつ
άλλο, ρήμα
- 01 χρησιμοποιώ αϊζούτσι, δείχνω ότι παρακολουθώ τον συνομιλητή παρεμβάλλοντας επιφωνήματα ή επιβεβαιωτικές εκφράσεις
相殺 そうさい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αντισταθμίζω, αλληλοαναιρούμαι, εξισορροπώ
- 02 συμψηφισμός, αντιστάθμιση
- 03 αλληλοεξόντωση
相互 そうご N2
ουσιαστικό
- 01 αμοιβαίος, αμφίδρομος