89 αποτελέσματα για «閉»

閉じる とじる N3

ρήμα

  1. 01 κλείνω (π.χ. βιβλίο, μάτια, συνάντηση κ.λπ.), κλείνομαι
閉める しめる N5

ρήμα

  1. 01 κλείνω
閉じ込める とじこめる

ρήμα

  1. 01 κλειδώνω, κλείνω μέσα, φυλακίζω
閉まる しまる N5

ρήμα

  1. 01 κλείνω, είμαι κλειστός
  2. 02 είμαι σφριγηλός, είμαι σφιχτός (για σώμα, πρόσωπο κ.λπ.), είμαι καλοφτιαγμένος
  3. 03 κλειδώνω, είμαι κλειδωμένος
  4. 04 σφίγγω, σφίγγομαι
  5. 05 συνέρχομαι (από μέθη), γίνομαι τεταμένος, εντείνομαι
閉ざす とざす

ρήμα

  1. 01 κλείνω, ασφαλίζω, κλειδώνω
  2. 02 φράζω, αποκλείω (έναν δρόμο, είσοδο κ.λπ.)
  3. 03 αποκλείω (λόγω χιονιού, πάγου κ.λπ.), εγκλωβίζω, αποκόπτω, διακόπτω, καλύπτω (π.χ. στο σκοτάδι)
  4. 04 κατακλύζω (με αρνητικά συναισθήματα), κυριεύω (π.χ. από θλίψη), βυθίζω (π.χ. στον πόνο)
閉鎖 へいさ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείσιμο, κατάκλειση
  2. 02 διακοπή λειτουργίας, αποκλεισμός
閉じこもる とじこもる

ρήμα

  1. 01 απομονώνομαι, κλείνομαι στον εαυτό μου
閉店 へいてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείνω το μαγαζί για σήμερα
  2. 02 σταματώ την επιχείρηση, κλείνω οριστικά
閉口 へいこう N1

ρήμα, ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 απορώ, χάνω τα λόγια μου, βρίσκομαι σε αδιέξοδο, τα χάνω
  2. 02 αγανακτώ, βαριέμαι, δεν αντέχω, εκνευρίζομαι
閉鎖的 へいさてき

επίθετο

  1. 01 απομονωμένος, κλειστός, αντικοινωνικός, αποκλειστικός
閉塞感 へいそくかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα εγκλεισμού, αίσθημα περιορισμού, αίσθημα παγίδευσης, αίσθημα απελπισίας, αίσθημα ότι βρίσκεται κανείς σε αδιέξοδο
閉塞 へいそく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόφραξη, αποκλεισμός, φράξιμο, σταμάτημα, εμπόδιο, έμφραξη
閉館 へいかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείσιμο (για την ημέρα· μιας βιβλιοθήκης, μουσείου, κινηματογράφου κ.λπ.)
  2. 02 οριστικό κλείσιμο (μιας βιβλιοθήκης, μουσείου, κινηματογράφου κ.λπ.)
閉会 へいかい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λήξη (τελετής, εκδήλωσης, συνάντησης κ.λπ.)
閉店時間 へいてんじかん

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα κλεισίματος (καταστήματος, εστιατορίου κ.λπ.)
閉門 へいもん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείσιμο πύλης
  2. 02 κατ' οίκον περιορισμός (κατά την περίοδο Έντο)
閉園 へいえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείσιμο πάρκου (π.χ. θεματικό πάρκο, βοτανικός κήπος κ.λπ.)
閉幕 へいまく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πτώση της αυλαίας
  2. 02 ολοκλήρωση, λήξη, τέλος
閉会式 へいかいしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή λήξης
閉廷 へいてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακοπή συνεδρίασης δικαστηρίου