539 αποτελέσματα για «出»

N3

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδος, εκροή, ανατολή (του ήλιου ή της σελήνης)
  2. 02 προσέλευση (στη δουλειά), εμφάνιση (στη σκηνή), σειρά (να βγει)
  3. 03 αρχή, ξεκίνημα
  4. 04 καταγωγή, προέλευση, απόφοιτος, ντόπιος, μέλος (μιας γενεαλογικής γραμμής)
  5. 05 αρχιτεκτονικό μέλος που προεξέχει, προεξοχή
  6. 06 το ψηλότερο σημείο της πρύμνης ενός πλοίου
  7. 07 ποσότητα (που περιλαμβάνει κάτι), απαιτούμενος χρόνος ή προσπάθεια
出向く でむく

ρήμα

  1. 01 πηγαίνω, μεταβαίνω, αναχωρώ για
出世 しゅっせ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιτυχία στη ζωή, προκοπή, εξέλιξη, επιτυχημένη καριέρα, προαγωγή, ανέλιξη στην ιεραρχία, επαγγελματική άνοδος, κύρος, διάκριση
出血 しゅっけつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αιμορραγία
  2. 02 οικονομική ζημία, πώληση κάτω του κόστους
  3. 03 απώλειες, θυσίες
出くわす でくわす N1

ρήμα

  1. 01 τυχαίνω να συναντήσω, συναντώ τυχαία, πέφτω πάνω σε κάποιον
出場 しゅつじょう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμμετοχή (σε τουρνουά, αγώνα, κούρσα κ.λπ.), εγγραφή, λήψη μέρους (σε), συναγωνισμός (σε), εμφάνιση
  2. 02 εμφάνιση (επί σκηνής, στην τηλεόραση κ.λπ.)
  3. 03 έξοδος (από χώρο εκδηλώσεων, σιδηροδρομικό σταθμό κ.λπ.), αποχώρηση
  4. 04 αποστολή (ασθενοφόρου, πυροσβεστικού οχήματος κ.λπ.)
出場 でば

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά (π.χ. για να ανέβει κανείς στη σκηνή), σειρά προτεραιότητας
  2. 02 πηγή, καταγωγή, τόπος παραγωγής
出歩く であるく

ρήμα

  1. 01 βγαίνω έξω, κυκλοφορώ, τριγυρίζω, περιφέρομαι
出張 しゅっちょう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επαγγελματικό ταξίδι, υπηρεσιακό ταξίδι
出産 しゅっさん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γέννηση, τοκετός
  2. 02 παραγωγή (αγαθών)
出版 しゅっぱん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκδοση
出入り口 でいりぐち

ουσιαστικό

  1. 01 είσοδος και έξοδος
出力 しゅつりょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έξοδος (ηλεκτρική, σήματος κ.λπ.)
出来るだけ できるだけ

άλλο, επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 όσο το δυνατόν περισσότερο, όσο μπορώ, αν είναι δυνατόν
出撃 しゅつげき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έξοδος, εφόρμηση, επίθεση
出勤 しゅっきん N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στην εργασία, αναχώρηση για τη δουλειά, παρουσία στην εργασία, απασχόληση στο γραφείο, προσέλευση στην εργασία
出回る でまわる

ρήμα

  1. 01 κυκλοφορώ στην αγορά, είμαι στην εποχή μου (για φρούτα ή τρόφιμα)
  2. 02 κυκλοφορώ ευρέως, διαδίδομαι παντού, γυρίζω από στόμα σε στόμα, κυκλοφορώ τριγύρω
出動 しゅつどう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κινητοποίηση, ανάληψη δράσης, αποστολή, ανάπτυξη (δυνάμεων), προσέλευση, κλήση σε δράση
出演 しゅつえん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμφάνιση (σε ταινία, θεατρική παράσταση, τηλεοπτική εκπομπή, κ.λπ.), παράσταση, ερμηνεία
出所 しゅっしょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πηγή, καταγωγή, προέλευση
  2. 02 γενέτειρα, τόπος γέννησης
  3. 03 αποφυλάκιση